Ιωάννα Μυλοπούλου

Πώς αντιδράμε απέναντι στο στρες; Η ηρεμιστική δύναμη της φροντίδας και της ανθρώπινης επαφής

Πώς αντιδράμε απέναντι στο στρες; Η ηρεμιστική δύναμη της φροντίδας και της ανθρώπινης επαφής

Ιωάννα Μυλοπούλου
γυναίκα αντιδρά απέναντι στο στρες με ανθρώπινη επαφή
Image credit: Liza Summer / pexels.com

Οι άνθρωποι έχουμε διάφορους τρόπους να αντιδράμε απέναντι στο στρες και την απειλή, απέναντι δηλαδή σε καταστάσεις που αντιλαμβανόμαστε ως επικίνδυνες για τη ζωή μας ή την ευημερία μας.


Οι τρόποι που έχει ο καθένας μας να αντιμετωπίζει το στρες και την απειλή έχουν να κάνουν με τους τρόπους που ανέπτυξε ο άνθρωπος στην ιστορία της εξέλιξής του προκειμένου να επιβιώσει κάτω από συνθήκες απειλής και στρες, όπως ήταν η ανάγκη να προστατευτεί από την επίθεση από άλλα ζώα, από το κρύο ή τη ζέστη (Canon, 1932; Taylor, 2012).

Έπειτα από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης, οι αντιδράσεις αυτές ενεργοποιούνται πλέον μέσα μας αυτόματα όποτε ερχόμαστε αντιμέτωποι με στρεσσογόνες καταστάσεις και πυροδοτούν στο σώμα μας συγκεκριμένες νευροφυσιολογικές αντιδράσεις.

 

NEO BANNER ODHGOS SPOUDWN 21 22 ARXIKH

Η αντίδραση «πάλης ή φυγής»

Μία από τις πιο πολυσυζητημένες αντιδράσεις απέναντι στο στρες είναι η λεγόμενη «αντίδραση πάλης ή φυγής» (“fight or flight response”) (Canon, 1932). Με βάση την αντίδραση αυτή, όταν ένα άτομο έρχεται αντιμέτωπο με μία απειλή, το σώμα του προετοιμάζεται ώστε να ανταποκριθεί στις πιεστικές συνθήκες, ωθώντας το άτομο είτε να παλέψει είτε να «πετάξει», να το βάλει δηλαδή στα πόδια, προκειμένου να αποφύγει την απειλή.

Έτσι, στην αντίδραση πάλης ή φυγής ενεργοποιείται το συμπαθητικό νευρικό σύστημα και η καρδιά μας αρχίζει να χτυπάει πιο γρήγορα και πιο δυνατά, η αναπνοή μας γίνεται πιο γρήγορη, ενώ περισσότερο οξυγόνο απ’ ό,τι συνήθως πηγαίνει στους μυς.

Σήμερα μπορεί να μη χρειάζεται στην καθημερινότητά μας να προστατευτούμε από την επίθεση από κάποιο ζώο. H αντίδραση πάλης-φυγής όμως μάς είναι ακόμα χρήσιμη στις περιπτώσεις που βιώσουμε μία πραγματική απειλή για τη σωματική μας ακεραιότητα, όπως για παράδειγμα, αν δεχθούμε σωματική επίθεση.

Σε μία τέτοια περίπτωση, η αντίδραση πάλης- φυγής έχει σαφή οφέλη σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, καθώς διαφυλάσσει την ενέργεια του οργανισμού για να τη διοχετεύσει στην πάλη ή στη φυγή. Η αντίδραση αυτή δημιουργεί στο άτομο μία αίσθηση διέγερσης, θυμού, φόβου και άγχους, που το βοηθάει να προστατέψει τον εαυτό του απέναντι στον κίνδυνο (Taylor, 2012).

Παρόλα αυτά, στις περισσότερες περιπτώσεις στις οποίες βιώνουμε άγχος σήμερα, δεν απειλείται η σωματική μας ακεραιότητα, τουλάχιστον όχι με τόσο άμεσο τρόπο. Κι όμως, σε πολλούς ανθρώπους είναι πιθανό να ενεργοποιείται η ίδια αντίδραση πάλης ή φυγής, που προκαλεί με τη σειρά της την ίδια κατάσταση εγρήγορσης στο σώμα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αντίδραση πάλης-φυγής μπορεί να δημιουργεί φοβίες ή δυσκολίες με το άγχος (Milosevic & McCabe, 2015). Μια κρίση άγχους, για παράδειγμα, μπορεί να αποτελεί μία αντίδραση του σώματος απέναντι σε κάτι που το άτομο έχει ερμηνεύσει ως απειλή, ακόμα κι αν η απειλή αυτή δεν υπάρχει στ’ αλήθεια ή είναι πολύ μικρότερη από όσο το άτομο φαντάζεται.

Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να ανησυχεί συχνά μήπως οι άλλοι σχηματίσουν αρνητική εικόνα για εκείνον κι έτσι το σώμα του σε αυτές τις περιπτώσεις να ενεργοποιείται σαν να πρόκειται να αντιμετωπίσει κάποια πραγματική απειλή. Έτσι, σε αυτές τις στιγμές βιώνει ταχυπαλμία, εφίδρωση και γρήγορη αναπνοή, παρότι η απειλή που φαντάζεται ότι μπορεί να υπάρχει, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη ή άμεση.

Το σύστημα της απειλής φαίνεται ότι είναι πιο ευαίσθητο και ενεργοποιείται πιο εύκολα σε ανθρώπους που έχουν βιώσει δύσκολες ή τραυματικές εμπειρίες στην παιδική τους ηλικία ή τραυματικές εμπειρίες στην ενήλικη ζωή τους (Gilbert, 2009; Gilbert, 2015). Μάλιστα, οι δυσκολίες με το να ρυθμίζει κανείς τα αισθήματα της απειλής είναι ένας από τους πιο συχνούς λόγους που οι άνθρωποι αναζητούν ψυχολογική βοήθεια (Gilbert, 2015).

Πέρα από το ότι το σύστημα πάλης ή φυγής μπορεί να ενεργοποιείται σε στιγμές που δε χρειάζεται, ένα άλλο πρόβλημα είναι επίσης ότι η μακροχρόνια χρήση του επιβαρύνει σημαντικά τη σωματική μας υγεία (McEwen, 1998). Η επαναλαμβανόμενη ή χρόνια χρήση του συστήματος πάλης-φυγής αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης ασθενειών, όπως η στεφανιαία καρδιακή νόσος, η υπέρταση, ο διαβήτης τύπου ΙΙ, καθώς και κάποιες μορφές καρκίνου.

Έχουμε τη δυνατότητα να αντιδράμε και με κάποιον άλλο τρόπο απέναντι στο στρες;

Πριν μερικά χρόνια, μία ομάδα ψυχολόγων στο Πανεπιστήμιο της California επισήμανε ότι είναι εξαιρετικά απίθανο η μοναδική μας δυνατότητα αντίδρασης απέναντι στην απειλή να είναι είτε να επιτεθούμε είτε να τρέξουμε, κι αυτό γιατί ο άνθρωπος θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα ευάλωτος και εκτεθειμένος αν αντιμετώπιζε μόνο με αυτόν τον τρόπο τις απειλές που υπήρχαν στο περιβάλλον του (Taylor, 2012).

Παρατήρησαν λοιπόν ότι μία χαρακτηριστική αντίδραση των ανθρώπων υπό συνθήκες στρες, είναι η τάση μας να προσεγγίζουμε άλλους ανθρώπους για να συνδεθούμε μαζί τους, με σκοπό την αμοιβαία υποστήριξη απέναντι στην απειλή (Taylor, 2012). Από τη σκοπιά της ανθρώπινης εξέλιξης, επισήμαναν ότι είναι πολύ λογικό ο άνθρωπος να ανέπτυξε τέτοιους τρόπους σύνδεσης και αλληλοβοήθειας σε συνθήκες στρες και απειλής, καθώς μια τέτοια συμπεριφορά στο παρελθόν θα πρέπει να εξασφάλιζε την επιβίωσή μας.

Οι συμπεριφορές φροντίδας και αλληλοβοήθειας θα πρέπει να μας ήταν απαραίτητες κάτω από απειλητικές συνθήκες, καθώς αυτές εξασφάλιζαν αφ’ ενός την προστασία των παιδιών από τον κίνδυνο και αφ’ ετέρου, οι άνθρωποι έτσι ανέπτυσσαν μεταξύ τους δεσμούς, εξασφαλίζοντας αμοιβαία προστασία και ανακούφιση από τους κινδύνους.   

Η αντίδραση «φροντίδας και σύνδεσης»

Έτσι, η ομάδα της Taylor (2012) μίλησε για την αντίδραση «φροντίδας και σύνδεσης» (“tend and befriend response”), σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος έχει την τάση, κάτω από συνθήκες στρες, να αναζητά τη σύνδεση με άλλους ανθρώπους για να προσφέρει βοήθεια, όπως επίσης την τάση να φροντίζει τα παιδιά ως τα πιο ευάλωτα απέναντι στον κίνδυνο.

Η Taylor και οι συνεργάτες της υποστηρίζουν λοιπόν ότι, γι’ αυτό το λόγο, διαθέτουμε ένα νευροβιολογικό σύστημα το οποίο ενεργοποιείται και μας ειδοποιεί όταν η ποιότητα ή η ποσότητα των σχέσεών μας πέφτει κάτω από συγκεκριμένα επίπεδα. Όταν λοιπόν βρεθούμε σε μία κατάσταση στρες στην οποία δεν έχουμε φιλικές και υποστηρικτικές σχέσεις γύρω μας, το σώμα μας απελευθερώνει ωκυτοκίνη, καθώς και οπιοειδείς ουσίες.

Η ωκυτοκίνη, με τη σειρά της, μας ωθεί να συνδεθούμε με άλλους ανθρώπους και χαλαρώνει τις αντιδράσεις του σώματός μας απέναντι στο στρες (Taylor, 2012). Γνωρίζουμε άλλωστε ότι η ωκυτοκίνη  σε διάφορα θηλαστικά αυξάνει τη στοργική συμπεριφορά στις μητέρες, όπως επίσης ενισχύει γενικότερα την «κοινωνική συμπεριφορά»[1], τη συμπεριφορά δηλαδή που έχει ως στόχο να ωφελήσει κάποιον άλλον (Carter et al., 1999).


Διαβάστε σχετικά: 3 απλοί τρόποι να μειώσεις τα συμπτώματα του άγχους άμεσα


Η ηρεμιστική δύναμη της φροντίδας και της ανθρώπινης επαφής

Η σύνδεσή μας με άλλους ανθρώπους έχει, πράγματι, μία ηρεμιστική και κατευναστική ιδιότητα. Όταν είμαστε σε ένταση, η φροντίδα, η καλοσύνη και η υποστήριξη από αυτούς που συμπαθούμε ή αγαπάμε μας βοηθάει να ηρεμήσουμε (Gilbert, 2015). Όπως είδαμε και παραπάνω, η ωκυτοκίνη  φαίνεται ότι αποτελεί μία σημαντική ορμόνη η οποία είναι υπεύθυνη για την κατευναστική ιδιότητα που έχουν οι κοινωνικές μας σχέσεις και για την ανάπτυξη της εμπιστοσύνης (Insel, 2012).

Αντίστοιχα, το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα φαίνεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτήν την αίσθηση ευχαρίστησης, γαλήνης, ασφάλειας και επιβράδυνσης που παίρνουμε μέσα από τις σχέσεις φροντίδας που αναπτύσσουμε με άλλους ανθρώπους (Porges, 2007).

Παράλληλα, φαίνεται ότι η προσφορά φροντίδας δε βοηθάει μόνο το άτομο που δέχεται τη φροντίδα, αλλά και αυτόν που την προσφέρει. Για παράδειγμα, η φροντιστική συμπεριφορά της μητέρας προς το παιδί της έπειτα από μία απειλητική συμπλοκή, κατευνάζει το σύστημα του στρες του παιδιού, αλλά επίσης κατευνάζει και το σύστημα του στρες της μητέρας (Taylor et al., 2012).

Παρόμοια, έχει βρεθεί ότι τα ποσοστά θνησιμότητας είναι σημαντικά πιο χαμηλά στους ανθρώπους που προσφέρουν πρακτική βοήθεια σε φίλους, συγγενείς και γείτονες και συναισθηματική βοήθεια στους συντρόφους τους (Brown et al., 2003). Επιπλέον, το να προσφέρουμε φροντίδα μπορεί να έχει επίσης και ψυχολογικά οφέλη.

Για παράδειγμα, δυναμώνει τις προσωπικές μας σχέσεις, μας προσφέρει μία αίσθηση νοήματος και σκοπού, όπως επίσης σηματοδοτεί ότι ο άνθρωπος που φροντίσαμε είναι για εμάς σημαντικός. Όλα τα παραπάνω γνωρίζουμε ότι έχουν μεγάλη σημασία για την ευημερία μας και την αίσθηση της ικανοποίησής μας από τη ζωή (Taylor et al., 2012).

Αναπτυσσόμαστε καλύτερα όταν νιώθουμε ότι μας αγαπούν και όταν μπορούμε να αγαπήσουμε

Η αντίδραση πάλης-φυγής λοιπόν, η οποία εδώ και αρκετές δεκαετίες έχει απασχολήσει την επιστήμη της Ψυχολογίας, δεν είναι τελικά η μόνη αντίδραση που έχει ο άνθρωπος απέναντι στο στρες και την απειλή. Παράλληλα, γνωρίζουμε ότι η μακροχρόνια χρήση της αντίδρασης αυτής, επιβαρύνει τη σωματική μας υγεία.

Η αντίδραση φροντίδας και σύνδεσης, από την άλλη μεριά, η οποία μας ωθεί να αναζητήσουμε τη σύνδεση με άλλους ανθρώπους και να προσφέρουμε βοήθεια, φαίνεται ότι έχει μία ηρεμιστική και κατευναστική δράση για τον οργανισμό μας, όπως  και πολλά ψυχολογικά οφέλη.

Άλλωστε, μία σειρά από πράγματα όπως η καρδιαγγειακή μας υγεία, το ανοσοποιητικό μας σύστημα, η δημιουργικότητά μας και η γενικότερη ευημερία μας αναπτύσσονται καλύτερα όταν νιώθουμε ότι μας αγαπούν κι ότι μας εκτιμούν, όπως επίσης όταν μπορούμε να αγαπήσουμε και να εκτιμήσουμε τους άλλους στη ζωή μας (Gilbert, 2014).


[1] Ως «κοινωνική συμπεριφορά» αποδίδεται ο όρος “prosocial behaviour”: η συμπεριφορά που έχει ως στόχο να ωφελήσει κάποιον άλλον ή την κοινωνία ως σύνολο

Βιβλιογραφία

  • Brown, S.L., Nesse, R.M., Vinokur, A.D. & Smith, D.M. (2003). Providing social support may be more beneficial than receiving it: Results from a prospective study of mortality. Psychological Science, 14, 320–327
  • Canon, W. (1932). Cannon, W.B. (1932). The Wisdom of the Body. New York: Norton
  • Carter, C. S., Lederhendler, I. I. & Kirkpatrick, B. (1999). The integrative neurobiology of affiliation. Cambridge, MA: MIT Press
  • Depue, R. A. & Morrone-Strupinsky, J. V. (2005). A neurobehavioral model of affiliative bonding. Behavioral and Brain Sciences; 28, 313–95
  • Gilbert, P. (2009). Introducing compassion-focused therapy. Advances in psychiatric treatment, 15(3), 199-208
  • Gilbert, P. (2014). The origins and nature of compassion focused therapy. British Journal of Clinical Psychology, 53, 6–41. doi:10.1111/bjc.12043
  • Gilbert, P. (2015). An evolutionary approach to emotion in mental health with a focus on affiliative emotions. Emotion Review, 7(3), 230-237
  • Harvard Health Publishing (2020). Understanding the stress response. https://www.health.harvard.edu/staying-healthy/understanding-the-stress-response
  • Insel, T. R. (2010). The challenge of translation in social neuroscience: A review of oxytocin, vasopressin, and affiliative behavior. Neuron, 65, 768–779
  • Milosevic, I. & McCabe, R. E. (2015). Fight-or-flight response. Phobias: The Psychology of Irrational Fear: The Psychology of Irrational Fear, 196, 179
  • Porges, S. W. (2007). The polyvagal perspective. Biological Psychology, 74, 116–143
  • Taylor, S. E. (2012). Tend and befriend theory. Στο P. A. M. Van Lange, A. W. Kruglanski & E. T. Higgins (Eds.), Theories of social psychology (pp. 32-49)

*Απαγορεύεται ρητώς η αναπαραγωγή χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων της ιστοσελίδας*

2. banner diafhmishs mypsychologist koino

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Βρείτε μας στα...