PsychologyNow Team

Η γλώσσα της κατάθλιψης στα κοινωνικά δίκτυα

Η γλώσσα της κατάθλιψης στα κοινωνικά δίκτυα

PsychologyNow Team
γυναίκα παρακολουθεί τη γλώσσα της κατάθλιψης στα κοινωνικά δίκτυα
Image credit: Andrea Piacquadio / pexels.com

Τα άτομα με κατάθλιψη εκφράζουν περισσότερες γνωστικές διαστρεβλώσεις που αποτυπώνονται στην καθημερινή γλώσσα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.


Οι ψυχολόγοι ξέρουν ότι οι άνθρωποι με κατάθλιψη συχνά εμφανίζουν μη βοηθητικά, αρνητικά μοτίβα σκέψης γνωστά ως γνωστικές διαστρεβλώσεις. Μια έρευνα του 2020 (Bathina et al) δείχνει ότι αυτά τα μοτίβα σκέψης μπορούν να εντοπιστούν στην καθημερινή γλώσσα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και ότι τα άτομα με κατάθλιψη εκφράζουν περισσότερες γνωστικές διαστρεβλώσεις.

Οι γνωστικές διαστρεβλώσεις είναι άχρηστες, ανακριβείς και συνήθως αρνητικές σκέψεις που εμφανίζονται σε άτομα με κατάθλιψη. Παρόλο που αυτού του είδους η αρνητική σκέψη έχει παρατηρηθεί συστηματικά σε ανθρώπους με κατάθλιψη,1,2 η έρευνα δεν έχει ακόμα εξετάσει τη γλώσσα των καταθλιπτικών ανθρώπων σε περιβάλλοντα όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μια πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα (Bathina et al), που ανέλυσε πάνω από 1,5 εκατομμύρια μηνύματα στο Twitter και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Human Behaviour, προσπαθεί να καλύψει αυτό το κενό.3


Διαβάστε σχετικά: 10 τρόποι για να παραμείνετε ψυχικά υγιείς σε έναν άκρως διαδικτυακό κόσμο


Οι συγγραφείς της έρευνας χρησιμοποίησαν ανεπτυγμένες τεχνικές ανάλυσης δεδομένων για να αξιολογήσουν γνωστικές διαστρεβλώσεις σε τουίτ (μηνύματα στο Twitter) από 1.035 άτομα, που είχαν δηλώσει, μέσω κοινωνικών δικτύων, ότι είχαν διαγνωστεί με κατάθλιψη, και έπειτα σύγκριναν αυτά τα δεδομένα με μια τυχαία ομάδα.

Οι ερευνητές αναγνώρισαν διαστρεβλώσεις αναζητώντας λέξεις ή φράσεις που είναι χαρακτηριστικές για διαφορετικούς τύπους διαστρεβλωμένης σκέψης. Για παράδειγμα, για τη διαστρέβλωση της υπεργενίκευσης, υπήρχαν, μεταξύ άλλων, οι όροι «όλη την ώρα», «πάντα συμβαίνει», «κανείς ποτέ». Μηνύματα από άτομα με αυτοαξιολόγηση κατάθλιψης βρέθηκαν να έχουν μεγαλύτερο ποσοστό γνωστικών διαστρεβλώσεων από το δείγμα σύγκρισης, ένα εύρημα που δεν φάνηκε να οφείλεται σε άλλες μεταβλητές.

Παρόλο που τα ευρήματα είναι πολύ ενδιαφέροντα, είναι χρήσιμο να επισημάνουμε κάποιους περιορισμούς που μπορεί να βοηθήσουν να δούμε τη σημασία τους στο σωστό πλαίσιο. Οι ερευνητές αναγνώρισαν ως σημαντικό περιορισμό το ότι δεν μπορούσαν να επιβεβαιώσουν αυτοαξιολογημένες περιπτώσεις κατάθλιψης. Ακόμα κι αν η διάγνωση επιβεβαιωνόταν, δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζουν κατά πόσο τα τουίτ αντικατόπτριζαν το πραγματικό εύρος του καταθλιπτικού τρόπου σκέψης.

Αυτή η μελέτη έδειξε ξεκάθαρα ότι τα τουίτ ατόμων με αυτοαξιολογημένη κατάθλιψη περιείχαν περισσότερες γνωστικές διαστρεβλώσεις από τα τουίτ ατόμων χωρίς κατάθλιψη. Πάντως, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα να υπάρχει μεροληψία επιλογής σε αυτό το δείγμα. Οι συμμετέχοντες στην ομάδα κατάθλιψης ήταν άτομα που είχαν δηλώσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι είχαν διαγνωστεί με κατάθλιψη, όμως πολλά άλλα άτομα με κατάθλιψη δεν το δηλώνουν στο Twitter.

Άρα, είναι πιθανό η μελέτη να κατέγραψε τις σκέψεις μιας υποομάδας ατόμων που ήταν ιδιαίτερα ομιλητικοί και ανοιχτοί σχετικά με τον αρνητικό τρόπο σκέψης τους, κι έτσι να μην είναι αντιπροσωπευτική για τα περισσότερα άτομα με κατάθλιψη.

Άλλος παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το κατά πόσο οι σκέψεις αντανακλούν διαστρεβλώσεις. Χωρίς ανάλυση του πλαισίου στο οποίο έγιναν αυτές οι δηλώσεις, είναι δύσκολο να καθοριστεί η ακρίβειά τους. Ένα σχετικό θέμα είναι το αν πλατφόρμες όπως το Twitter μπορούν να αναπαραστήσουν ακριβώς τι σκέφτονται οι άνθρωποι στον αληθινό κόσμο. Από τη μία, μπορεί να γίνεται διαχείριση εντύπωσης,5 από την άλλη, είναι πιθανό κάποιοι να χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα για να κερδίσουν κοινωνική υποστήριξη.

Όπως και να ’χει, η έρευνα δείχνει ότι όταν οι άνθρωποι ξέρουν ότι τους παρατηρούν, η συμπεριφορά τους μπορεί να αλλάζει με τρόπο που δεν είναι αντιπροσωπευτικός του εύρους της συνήθους συμπεριφοράς τους.

Παρά τους περιορισμούς, η έρευνα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ανοίγει προοπτικές για μελλοντική αξιολόγηση της γνωστικής ευαλωτότητας και τη θεραπεία της κατάθλιψης. Οι ψυχοθεραπευτές Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας έχουν αναπτύξει στρατηγικές για την αντιμετώπιση της αρνητικής σκέψης στην κατάθλιψη.

Η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ) είναι αποτελεσματική παρέμβαση και προφυλάσσει από υποτροπές.7 Η τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή την έρευνα μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα πώς κάποια γλωσσικά μοτίβα επηρεάζουν την ευαλωτότητα στην κατάθλιψη και πώς αυτά τα μοτίβα αλλάζουν με τη ΓΣΘ.

Η τεχνολογία που αναφέρθηκε σε αυτό το άρθρο μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά σε κάποιες από τις πρόσφατες εξελίξεις στην ψηφιακή θεραπευτική που σχετίζεται με τη ΓΣΘ. Η ψηφιακή θεραπευτική, που τυπικά λειτουργεί μέσω εφαρμογής smartphone, μπορεί να βοηθήσει ασθενείς να τροποποιήσουν τη ζωή και τη συμπεριφορά τους με τρόπους που δρουν αντικαταθλιπτικά.8 Για παράδειγμα, ο ασθενής μπορεί να λαμβάνει γραπτό μήνυμα που τον ενθαρρύνει να βγει έξω και να κάνει κάποια δραστηριότητα.


Διαβάστε σχετικά: Τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό κάποιου που παλεύει με την κατάθλιψη;


Αυτές οι εφαρμογές μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για τη βελτίωση της συμμόρφωσης στη θεραπεία, για τη διαχείριση των κύκλων ύπνου-αφύπνισης και για την τροποποίηση άλλων συνηθειών της καθημερινότητας. Η τεχνολογία που περιγράφηκε στη μελέτη των Bathina et al θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει ανθρώπους να αναγνωρίσουν τυπική γλώσσα κατάθλιψης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι έπειτα να τους ενθαρρύνει να παρακολουθήσουν, να αμφισβητήσουν και να αλλάξουν προκατειλημμένους τρόπους σκέψης ή να αναπτύξουν μια νέα σχέση με τις σκέψεις τους.

Χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία, η εγκυρότητα και η χρησιμότητα των τεχνικών που περιγράφηκαν σε αυτή τη μελέτη. Αν υποθέσουμε ότι τα ευρήματα είναι ισχυρά και αξιόπιστα, υπάρχουν πολλοί δρόμοι που θα μπορούσε να ακολουθήσει η έρευνα μελλοντικά, όπως το να εξετάσει τη χρησιμότητα αυτής της τεχνολογίας για την αξιολόγηση του αποτελέσματος της ψυχοθεραπείας, για τον κατάλληλο χρόνο διακοπής της θεραπείας, για την πρόληψη υποτροπής και για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας.


Βιβλιογραφικές αναφορές:

  • 1Beck, A.T. & Dozois, D.J.A. Cognitive theory and therapy: past, present and future. in Psychiatry – Past, Present and Prospect (eds. Bloch, S., Green, S. A. & Holmes, J.) 366–382 (Oxford Univ. Press, 2014).
  • 2Dozois, D.J.A. & Beck, A.T. Cognitive schemas, beliefs and assumptions. in Risk Factors in Depression (eds. Dobson, K. S. & Dozois, D. J. A.) 121–143 (Elsevier/Academic Press, 2008).
  • 3Bathina, R.C., ten Thij, M., Lorenzo-Luaces, L., Rutter, L.A. & Bollen, J. Nat. Hum. Behav. https://doi.org/10.1038/s41562-021-01050-7 (2020).
  • 4Naslund, J. A., Bondre, A., Torous, J. & Aschbrenner, K. A. J. Technol. Behav. Sci. 5, 245–257 (2020).
  • 5Flynn, S., Noone, C. & Sarma, K. M. BMC Psychol. 6, 34 (2018).
  • 6McCambridge, J., Witton, J. & Elbourne, D. R. J. Clin. Epidemiol. 67, 267–277 (2014).
  • 7Hollon, S. D. et al. Arch. Gen. Psychiatry 62, 417–422 (2005).
  • 8Huguet, A. et al. PLoS One 11, e0154248 (2016).

Ism Tsox
Απόδοση: Ισμήνη Τσοχαλή - επιμελήτρια κειμένων

Πηγή

 

 

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Σχετικά Άρθρα

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...