PsychologyNow Team

Τζερόμ Κέιγκαν: «Ψυχολογική στήριξη αντί για φάρμακα στα παιδιά»

Τζερόμ Κέιγκαν: «Ψυχολογική στήριξη αντί για φάρμακα στα παιδιά»

PsychologyNow Team
Τζέρομ Κέιγκαν: «Ψυχολογική στήριξη αντί για φάρμακα στα παιδιά»
Image credit: Jerome Kagan - On Temperament

Ο ψυχολόγος Τζερόμ Κέιγκαν, είναι ένας από τους κορυφαίους ειδικούς στον κόσμο στην ψυχολογική ανάπτυξη των παιδιών. Σε συνέντευξη του στο περιοδικό Spiegel, διατυπώνει μια καυστική κριτική στο κατεστημένο της ψυχικής υγείας και τις φαρμακευτικές εταιρείες, κατηγορώντας τους ότι εσφαλμένα διέγνωσαν εκατομμύρια άτομα ως ψυχικά ασθενή, οδηγούμενοι από την ιδιοτέλεια και την απληστία.


Ο Τζερόμ Κέιγκαν διαθέτει μια λαμπρή καριέρα ως ερευνητής στην επιστήμη της ψυχολογίας. Ωστόσο, όταν μελετά σήμερα το πεδίο της ψυχολογίας, αισθάνεται έντονα μελαγχολία και ανησυχία. Για την ακρίβεια, το συγκρίνει με ένα υπέροχο ξύλινο μπαούλο-αντίκα: κάποτε, ως φοιτητής, είχε αναλάβει ο ίδιος να αποκαταστήσει το μπαούλο με τους συναδέλφους του.

Πήρε ένα από τα κομμάτια του στο σπίτι και πέρασε όλη την επαγγελματική ζωή του με το να τα επισκευάζει και να τα γυαλίζει. Στο τέλος όμως, όταν έφτασε η ώρα να επιστρέψει τα κομμάτια στο μπαούλο, συνειδητοποίησε ότι αυτό το μπαούλο είχε στο μεταξύ σαπίσει.  

Αν κάποιος διαθέτει την επαγγελματική εμπειρία και την ηθική αρχή να συγκρίνει την ψυχολογία με ένα σάπιο μπαούλο, τότε αυτός είναι ο Κέιγκαν. Μια κατάταξη των 100 πιο διακεκριμένων ψυχολόγων του 20ου αιώνα, που δημοσιεύθηκε από ομάδα των ακαδημαϊκών στις ΗΠΑ το 2002, τοποθετεί τον Κέιγκαν στην 22η θέση, πάνω ακόμη και από τον Carl Jung (23), τον ιδρυτή της αναλυτικής ψυχολογίας και τον Ιβάν Παβλόφ (24), ο οποίος ανακάλυψε την κλασική εξαρτημένη μάθηση και το αντανακλαστικό που φέρει το όνομά του.

Ο Κέιγκαν είχε ως αντικείμενο μελέτης την αναπτυξιακή ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, για όλη του την επαγγελματική καριέρα. Έχει περάσει δεκαετίες παρατηρώντας πώς μεγαλώνουν τα μωρά και τα μικρά παιδιά, μετρώντας και καταγράφοντας τις αντιδράσεις τους και, αργότερα, μόλις μάθουν να μιλούν, ρωτώντας και μελετώντας ξανά και ξανά τα αποτελέσματά του.

Για τον Κέιγκαν, οι σημαντικές ερωτήσεις είναι:

  • Πώς προκύπτει η προσωπικότητα;
  • Με ποια χαρακτηριστικά γεννιόμαστε και ποια αναπτύσσονται με τον καιρό;
  • Τι καθορίζει αν κάποιος θα είναι ευτυχισμένος ή ψυχικά ασθενής κατά τη διάρκεια της ζωής του;

Στις μελέτες του, ο Κέιγκαν έχει προσδιορίσει ότι η διαμόρφωσή μας στην πρώιμη παιδική μας ηλικία δεν είναι κάτι τόσο μη αναστρέψιμο, όπως έχει από καιρό θεωρηθεί. Υποστηρίζει ότι ακόμη και τα παιδιά που υποφέρουν από τεράστιες στερήσεις κατά τους πρώτους μήνες της ζωής, μπορούν να έχουν μία κανονική ανάπτυξη, αρκεί να μεγαλώσουν αργότερα σε ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον.

Επίσης, έχει μελετήσει πώς τα μωρά εξελίσσονται σε ανθρώπους με έναν συγκεκριμένο τρόπο κατά το δεύτερο έτος της ζωής: Το λεξιλόγιό τους ξαφνικά παρουσιάζει αλματώδη αύξηση και τα όρια του επεκτείνονται, ενώ αναπτύσσουν και την ενσυναίσθηση, μια ηθική ευαισθησία και την επίγνωση του εαυτού.

Όμως, η πιο σημαντική συμβολή του Κέιγκαν στην αναπτυξιακή έρευνα των παιδιών, έχει επέλθει μέσω της εξέτασης των έμφυτων ιδιοσυγκρασιών. Συγκεκριμένα, έχει διαπιστώσει πως, ήδη από τεσσάρων μηνών, περίπου 20% των μωρών παρουσιάζουν ήδη δειλές αντιδράσεις σε νέες καταστάσεις, αντικείμενα και άτομα.

Αποκαλεί αυτά τα μωρά "υψηλά αντιδραστικά" και λέει ότι τείνουν να εξελιχθούν σε αγχωμένα παιδιά και ενήλικες. Το 40% των μωρών, ή αυτά που αποκαλεί τα "χαμηλά αντιδραστικά", συμπεριφέρονται με τον αντίθετο τρόπο: Είναι χαλαρά, εύκολο να τα φροντίσει κάποιος και περίεργα για τον έξω κόσμο. Στη μετέπειτα ζωή τους δεν αναστατώνονται επίσης τόσο εύκολα.

Ο Κέιγκαν θα μπορούσε να αρκεστεί στα ευρήματά του και να αφήσει τις επόμενες ερευνητικές γενιές να θαυμάσουν τα αποτελέσματά του και να συνεχίσουν το ερευνητικό έργο του. Αντιθέτως όμως επιτίθεται στο επάγγελμά του, μέσα από το πρόσφατα δημοσιευμένο βιβλίο του Psychology's Ghost: The Crisis in the Profession and the Way Back. Σε αυτό το βιβλίο, προειδοποιεί ότι αυτή η κρίση του κλάδου είχε καταστροφικές συνέπειες για εκατομμύρια ανθρώπους που έχουν λανθασμένα διαγνωστεί ότι πάσχουν από ψυχική ασθένεια.

Ας δούμε τι δήλωσε στη συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό Spiegel.

S: Καθηγητά Κέιγκαν, μελετάτε την ανάπτυξη των παιδιών για πάνω από 50 χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, έχει βελτιωθεί ή χειροτερεύσει η ψυχική υγεία τους;

Κ: Ας πούμε ότι έχει αλλάξει. Ιδιαίτερα στις φτωχότερες οικογένειες, όπως των μεταναστών και των μειονοτήτων, τα θέματα ψυχικής υγείας έχουν αυξηθεί. Αντικειμενικά μιλώντας, οι έφηβοι σε αυτές τις ομάδες έχουν περισσότερες ευκαιρίες απ' ότι πριν από 50 χρόνια, αλλά εξακολουθούν να είναι ανήσυχοι και απογοητευμένοι διότι η ανισότητα στην κοινωνία έχει αυξηθεί. Ο αριθμός των διαγνωσμένων περιπτώσεων κατάθλιψης και διαταραχών της προσοχής έχει αυξηθεί μεταξύ των φτωχών ομάδων.


Διαβάστε σχετικά: Τα χρήματα δεν μπορούν να αγοράσουν την ευτυχία αλλά η φτώχεια βλάπτει την ψυχική υγεία


S: … θα μπορούσατε επίσης να πείτε ότι εκτοξεύτηκε στα ύψη. Στη δεκαετία του 1960, οι ψυχικές διαταραχές ήταν σχεδόν άγνωστες μεταξύ των παιδιών. Σήμερα, επίσημες πηγές ισχυρίζονται ότι ένα παιδί στα οκτώ είναι ψυχικά άρρωστο στις ΗΠΑ.

Κ: Αυτό είναι αλήθεια, αλλά οφείλεται κυρίως σε ασαφείς διαγνωστικές πρακτικές. Ας πάμε 50 χρόνια πίσω. Έχουμε ένα 7χρονο παιδί που βαριέται στο σχολείο και διακόπτει τα μαθήματα. Τότε τον έλεγαν τεμπέλη. Σήμερα, λένε ότι πάσχει από ΔΕΠ-Υ. Γι' αυτό και οι αριθμοί έχουν αυξηθεί.

S: Οι ειδικοί μιλούν για 5,4 εκατομμύρια παιδιά στις ΗΠΑ που εμφανίζουν τα τυπικά συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ. Εσείς υποστηρίζετε ότι αυτή η ψυχική διαταραχή είναι απλώς μια εφεύρεση;

Κ: Σωστά, είναι μια εφεύρεση. Κάθε παιδί που δεν πάει καλά στο σχολείο στέλνεται σε έναν παιδίατρο και ο παιδίατρος με τη σειρά του λέει: Έχει ΔΕΠ-Υ. Πάρτε το Ritalin. Στην πραγματικότητα, το 90% από αυτά τα 5,4 εκατομμύρια παιδιά δεν έχουν μη φυσιολογικό μεταβολισμό ντοπαμίνης. Το πρόβλημα είναι ότι αν ένα φάρμακο είναι διαθέσιμο στους γιατρούς, θα κάνουν την αντίστοιχη διάγνωση.

S: Δηλαδή η υποτιθέμενη κρίση υγείας μεταξύ των παιδιών δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα φόβητρο;

Κ: Θα μπορούσαμε να το πάμε σε φιλοσοφικό επίπεδο και να αναρωτηθούμε: Τι σημαίνει ψυχική ασθένεια; Αν κάνετε συνεντεύξεις με παιδιά και εφήβους ηλικίας 12 έως 19 ετών, τότε το 40% μπορεί να προσδιοριστεί ότι έχει άγχος ή κατάθλιψη. Αλλά αν προβείτε σε μια πιο προσεκτική ματιά και ρωτήσετε πόσοι από αυτούς είναι σοβαρά επηρεασμένοι από αυτή την κατάσταση, ο αριθμός αυτός συρρικνώνεται στο 8%.

Είναι γελοίο να δίνουμε διάγνωση κατάθλιψης ή άγχους σε κάθε παιδί και να το χαρακτηρίζουμε ψυχικά ασθενές. Οι έφηβοι είναι γενικά ανήσυχοι, αυτό είναι φυσιολογικό. Δεν ξέρουν σε ποιο πανεπιστήμιο να πάνε και τι να σπουδάσουν. Το αγόρι ή η κοπέλα τους, τους έστησε. Το να είσαι λυπημένος ή αγχωμένος είναι φυσιολογικό κομμάτι της ζωής, όπως ο θυμός ή η σεξουαλική απογοήτευση.

S: Τι σημαίνει όμως αν εκατομμύρια παιδιά στην Αμερική λαμβάνουν λανθασμένη διάγνωση ως ψυχικά άρρωστα;

Κ: Πάνω απ' όλα, σημαίνει περισσότερα χρήματα για τη φαρμακευτική βιομηχανία και περισσότερα χρήματα για ψυχιάτρους και ανθρώπους που κάνουν έρευνα.

S: Και τι σημαίνει αυτό για τα παιδιά;

Κ: Για τα παιδιά είναι ένα σημάδι ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί τους και αυτό μπορεί να είναι εξουθενωτικό. Δεν είμαι ο μόνος ψυχολόγος που το λέει αυτό. Αλλά έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια εξαιρετικά ισχυρή συμμαχία: φαρμακευτικές εταιρείες που βγάζουν δισεκατομμύρια και ένα επάγγελμα που είναι ιδιοτελές.

S: Κάποτε γράψατε εσείς ο ίδιος ότι συχνά υποφέρατε από εσωτερική ανησυχία όταν ήσασταν παιδί. Αν είχατε γεννηθεί ξανά σήμερα, θα λέγατε ότι θα ανήκατε στο 13% των παιδιών που λέγεται ότι είναι ψυχικά άρρωστα;

Κ: Μάλλον. Όταν ήμουν 5 χρονών, άρχισα να τραυλίζω. Αλλά η μητέρα μου είπε: Δεν έχεις τίποτα. Το μυαλό σου δουλεύει πιο γρήγορα από τη γλώσσα σου. Και σκέφτηκα: Θεέ μου, αυτό είναι υπέροχο, απλά τραυλίζω επειδή είμαι τόσο έξυπνος.

S: Εκτός από το ΔΕΠ-Υ, μια δεύτερη επιδημία είναι ανεξέλεγκτη μεταξύ των παιδιών: η κατάθλιψη. Το 1987, ένας στους 400 Αμερικανούς εφήβους έλαβε θεραπεία με αντικαταθλιπτικά, ενώ το 2002 ήταν ήδη ένας στους 40. Από ποια ηλικία και μετά είναι δυνατόν να μιλάμε για κατάθλιψη στα παιδιά;

Κ: Δεν είναι εύκολη ερώτηση. Στους ενήλικες, η κατάθλιψη προϋποθέτει μια σοβαρή απώλεια, ένα αίσθημα ενοχής ή μια αίσθηση ότι δεν είσαι σε θέση να επιτύχεις ένα στόχο που πραγματικά επιθυμείς. Τα βρέφη προφανώς δεν είναι ακόμα ικανά για αυτά τα συναισθήματα. Όμως, μετά την ηλικία των 3 ή 4 ετών, ένα παιδί μπορεί να αναπτύξει κάτι σαν ένα αίσθημα ενοχής, και αν χάσει την μητέρα του σε αυτή την ηλικία, θα είναι στενοχωρημένο για κάποιον καιρό.

Έτσι, από τότε και στο εξής, μπορούμε να έχουμε ήπια κατάθλιψη. Αλλά η αίσθηση του να μην είναι σε θέση να επιτύχει ένα ζωτικό στόχο, μη βλέποντας καμία εναλλακτική λύση, αρχίζει να γίνεται σημαντική από την εφηβεία και μετά. Και αυτή είναι επίσης η ηλικία στην οποία η συχνότητα εμφάνισης της κατάθλιψης αυξάνεται δραματικά.

S: Το γεγονός είναι ότι τα μικρότερα παιδιά λαμβάνουν επίσης όλο και περισσότερο θεραπεία με αντικαταθλιπτικά.

Κ: Ναι, απλά επειδή τα χάπια είναι διαθέσιμα.


Διαβάστε σχετικά: Καθηγήτης Ψυχολογίας του Harvard υποστηρίζει ότι γίνεται υπερδιάγνωση στη ΔΕΠ-Υ σε ποσοστό 90%


S: Επομένως, θα απορρίπτατε εντελώς τη διάγνωση της κατάθλιψης στα παιδιά;

Κ: Όχι, δεν θα πήγαινα τόσο μακριά. Αλλά αν μια μητέρα επισκεφθεί ένα γιατρό με την κόρη της και του πει ότι το παιδί της ήταν πολύ πιο χαρούμενο, ο γιατρός θα πρέπει πρώτα να μάθει ποιο είναι το πρόβλημα. Θα πρέπει να δει το κορίτσι μόνο του, ίσως να διενεργήσει κάποιες εξετάσεις πριν από τη συνταγογράφηση φαρμάκων και σίγουρα να ζητήσει να διεξαχθεί ένα εγκεφαλογράφημα. Από μελέτες, γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι με μεγαλύτερη δραστηριότητα στο δεξιό μετωπιαίο λοβό ανταποκρίνονται ελάχιστα σε αντικαταθλιπτικά.

S: Άρα, θα πρέπει να περιμένουμε να φύγει η κατάθλιψη από μόνη της;

Κ: Αυτό εξαρτάται από τις συνθήκες. Πάρε για παράδειγμα τη δική μου υπόθεση. Περίπου 35 χρόνια πριν, δούλευα πάνω σε ένα βιβλίο με το οποίο θα συνόψιζα ένα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα. Ήθελα να πω κάτι πραγματικά σημαντικό, αλλά δεν τα κατάφερα και πολύ καλά. Έτσι μπήκα σε μια κλασική κατάθλιψη. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ενώ επίσης πληρούσα όλα τα άλλα κλινικά κριτήρια. Ήξερα όμως ποια ήταν η αιτία, οπότε δεν είδα ψυχίατρο. Έξι μήνες αργότερα, η κατάθλιψη είχε φύγει.

S: Σε μια τέτοια περίπτωση, έχει νόημα να μιλάμε για ψυχική ασθένεια;

Κ: Οι ψυχίατροι θα έλεγαν ότι ήμουν ψυχικά άρρωστος. Αλλά τι είχε συμβεί; Είχα θέσει στον εαυτό μου ένα πολύ υψηλό στάνταρ, στο οποίο εν τέλει απέτυχα να ανταποκριθώ. Οπότε, έκανα αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι θα έκαναν σε αυτή την περίπτωση: Είχα κατάθλιψη για λίγο καιρό. Οι περισσότερες καταθλίψεις σαν κι αυτή, ξεθυμαίνουν. Αλλά υπάρχουν επίσης άνθρωποι με γενετική ευπάθεια στην κατάθλιψη στους οποίους τα συμπτώματα δεν περνούν από μόνα τους.

Αυτοί οι άνθρωποι έχουν χρόνια κατάθλιψη, είναι ψυχικά άρρωστοι. Επομένως, είναι σημαντικό να εξετάσουμε όχι μόνο τα συμπτώματα, αλλά και τις αιτίες. Η ψυχιατρική είναι το μόνο ιατρικό επάγγελμα στο οποίο οι ασθένειες βασίζονται μόνο σε συμπτώματα.

S: Και φαίνεται να ανακαλύπτει όλο και περισσότερες νέες... Οι διπολικές διαταραχές, για παράδειγμα, σχεδόν ποτέ δεν εκδηλώνονταν στα παιδιά. Σήμερα, σχεδόν ένα εκατομμύριο Αμερικανοί κάτω των 19 ετών λέγεται ότι υποφέρουν από αυτή τη διαταραχή.

Κ: Φαίνεται ότι υπερβήκαμε το χείλος αυτού του κύματος. Μια ομάδα γιατρών στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης μόλις άρχισε να αποκαλεί διπολικά τα παιδιά που είχαν ξεσπάσματα θυμού. Δεν έπρεπε να το κάνουν αυτό. Αλλά οι φαρμακευτικές εταιρείες το λάτρεψαν επειδή τα φάρμακα κατά των διπολικών διαταραχών είναι ακριβά. Έτσι ξεκίνησε η τάση. Είναι κάπως σαν τον 15ο αιώνα, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται ότι κάποιος θα μπορούσε να κυριευθεί από τον διάβολο ή από μια μάγισσα.

S: Συγκρίνετε τη σύγχρονη ψυχιατρική με το κυνήγι των μαγισσών στο Μεσαίωνα;

Κ: Οι γιατροί, αν και έχουν τις καλύτερες προθέσεις, κάνουν αρκετά λάθη. Δεν είναι κακοί, είναι επιρρεπείς στο λάθος. Δείτε για παράδειγμα το νευρολόγο Έγκας Μονίζ, που έκοψε τους μετωπιαίους λοβούς των ασθενών με σχιζοφρένεια, γιατί νόμιζε ότι αυτό θα τους θεράπευε.

S: ... και έλαβε ένα βραβείο Νόμπελ για αυτό το 1949.

Κ: Ναι, πράγματι. Μέσα σε λίγα χρόνια, χιλιάδες ασθενείς με σχιζοφρένεια υπέστησαν περικοπή των μετωπιαίων λοβών τους, μέχρι που αποδείχθηκε ότι ήταν ένα τρομερό λάθος. Σε σύγκριση με όλους τους ανθρώπους που τους είχαν κοπεί οι μετωπιαίοι λοβοί τους, όταν σε αποκαλούν «διπολικό» είναι μάλλον ακίνδυνο.

S: Δεν είναι εντελώς ακίνδυνο, όμως. Στο κάτω κάτω, τα παιδιά με αυτή τη διάγνωση υφίστανται μια συστηματική αλλαγή στη χημεία του εγκεφάλου τους μέσω ψυχοδραστικών ουσιών.

Κ: Καταλαβαίνω την αγωνία σου. Όμως, αυτή είναι η ιστορία της ανθρωπότητας: εκείνοι που έχουν την εξουσία πιστεύουν ότι κάνουν το σωστό και βλάπτουν αυτούς που δεν έχουν καμία δύναμη.

S: Αυτό ακούγεται πολύ κυνικό. Υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις για τη χορήγηση ψυχοδραστικών φαρμάκων σε παιδιά με διαταραχές συμπεριφοράς;

Κ: Σίγουρα. Η μάθηση, για παράδειγμα. Ποιος διαγνώστηκε με ΔΕΠ-Υ; Παιδιά που δεν πάνε καλά στο σχολείο. Δε συμβαίνει ποτέ σε παιδιά που τα πάνε καλά στο σχολείο. Άρα, μήπως να σκεφτούμε να βοηθούμε τα παιδιά ψυχολογικά αντί να τους δίνουμε χάπια;

S: Ακούγοντάς σας, μπορεί κάποιος να πάρει την εντύπωση ότι οι ψυχικές ασθένειες είναι απλά μια εφεύρεση της φαρμακευτικής βιομηχανίας.

Κ: Όχι, αυτό θα ήταν ένας τρελός ισχυρισμός. Φυσικά υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν από σχιζοφρένεια, που ακούν τη φωνή του προπάππου τους, για παράδειγμα, ή που πιστεύουν ότι οι Ρώσοι ρίχνουν ακτίνες λέιζερ στα μάτια τους. Αυτοί είναι ψυχικά άρρωστοι άνθρωποι που χρειάζονται βοήθεια. Ένα άτομο που αγοράζει δύο αυτοκίνητα σε μια μέρα και την επομένη δεν είναι σε θέση να σηκωθεί από το κρεβάτι έχει πραγματικά μια διπολική διαταραχή.

Και κάποιος που δεν μπορεί να φάει μια μπουκιά σε ένα εστιατόριο επειδή ξένοι τον παρακολουθούν, έχει μια κοινωνική φοβία. Υπάρχουν άνθρωποι που, είτε για προγεννητικούς είτε για κληρονομικούς λόγους, έχουν σοβαρές αδυναμίες στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Αυτό δημιουργεί μια προδιάθεση για σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή, κοινωνικό άγχος ή ψυχαναγκαστική διαταραχή.

Πρέπει να ξεχωρίσουμε αυτούς τους ανθρώπους από όλους τους άλλους που είναι ανήσυχοι ή έχουν καταθλιπτική διάθεση λόγω της φτώχειας, της απόρριψης, της απώλειας ή της αποτυχίας. Τα συμπτώματα μπορεί να μοιάζουν, αλλά οι αιτίες είναι εντελώς διαφορετικές.

S: Πώς όμως θα κάνετε τη μεταξύ τους διάκριση σε μια συγκεκριμένη περίπτωση;

Κ: Οι ψυχίατροι πρέπει να αρχίσουν να κάνουν διαγνώσεις όπως κάνουν οι άλλοι γιατροί: Πρέπει να ρωτήσουν ποιες είναι οι αιτίες.

S: Τα προβλήματα που περιγράφετε δεν είναι καινούρια. Γιατί πιστεύετε ότι η ψυχιατρική βρίσκεται σε κρίση αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή;

Κ: Είναι θέμα του κλάδου. Επιδημιολογικές μελέτες λένε ότι 1 στα 4 άτομα είναι ψυχικά άρρωστο. Τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στην Ατλάντα ανακοίνωσαν πρόσφατα ότι 1 στα 88 παιδιά της Αμερικής έχει αυτισμό. Αυτό είναι παράλογο. Σημαίνει ότι οι ψυχίατροι αποκαλούν αυτιστικό κάθε παιδί που είναι κοινωνικά αδέξιο.

Αν ισχυρίζεσαι ότι κάποιος που δεν μπορεί να περπατήσει 1,5 χιλιόμετρo σε 10 λεπτά έχει μια σοβαρή κινητική αναπηρία, τότε αυτό θα προκαλέσει μια επιδημία σοβαρής κινητικής αναπηρίας μεταξύ των ηλικιωμένων. Μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά αυτό ακριβώς συμβαίνει στην ψυχιατρική σήμερα.

S: Αισθάνεστε μερικές φορές ότι ντρέπεστε που ανήκετε σε ένα επάγγελμα, το οποίο λανθασμένα δηλώνει ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας είναι ψυχικά άρρωστα;

Κ: Νιώθω λυπημένος, δεν ντρέπομαι… αλλά εντάξει, ίσως και να ντρέπομαι λίγο.

S: Πριν από 60 χρόνια, όταν αποφασίσατε να γίνετε ψυχολόγος, θέλατε "να βελτιώσετε τις κοινωνικές συνθήκες, έτσι ώστε λιγότεροι άνθρωποι να βιώσουν την ντροπή της σχολικής αποτυχίας (...) και τον ψυχικό πόνο της κατάθλιψης", όπως είχατε θέσει. Πόσο μακριά φτάσατε;

Κ: Όχι πολύ μακριά, δυστυχώς, επειδή είχα μία λανθασμένη αρχική ιδέα. Νόμιζα ότι οι οικογενειακές συνθήκες ήταν κρίσιμες για την επιτυχία στη ζωή. Σκέφτηκα ότι, αν μπορούσαμε να βοηθήσουμε τους γονείς να κάνουν καλύτερη δουλειά, θα μπορούσαμε να λύσουμε όλα αυτά τα προβλήματα. Για αυτό επέλεξα να γίνω παιδοψυχολόγος.

Δεν έλαβα υπόψη τις μεγαλύτερες δυνάμεις: τον πολιτισμό, την κοινωνική θέση, αλλά και τη νευροβιολογία. Πραγματικά, πίστευα ότι όλα βασίζονταν στην οικογένεια και ότι η βιολογία ήταν ένας άσχετος παράγοντας.


Διαβάστε σχετικά: Τι κάνει ένας ψυχοθεραπευτής;


S: Με τον καιρό, συνειδητοποιείς ότι ο δεσμός ανάμεσα σε μια μητέρα και το παιδί της δεν είναι τόσο σημαντικός τελικά.

Κ: Σωστά, αν και θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ο ρόλος της μητέρας δεν τονίστηκε μέχρι πρόσφατα. Οι ιστορικοί του δέκατου έκτου αιώνα έγραψαν ακόμη ότι οι μητέρες δεν ήταν κατάλληλες για να φροντίσουν τα παιδιά: θεωρούνταν πολύ συναισθηματικές και υπερπροστατευτικές. Αλλά όταν η αστική τάξη αυξήθηκε τον 19ο αιώνα, οι γυναίκες δε χρειάζονταν πια να βγαίνουν έξω και να δουλεύουν. Είχαν πολύ χρόνο στα χέρια τους.

Έτσι, η κοινωνία τους έδωσε μια αποστολή και είπε: Είσαι τώρα η 'γλύπτρια' αυτού του παιδιού, εσύ θα το διαμορφώσεις. Την ίδια στιγμή, τα παιδιά της μεσαίας τάξης δε χρειαζόταν να συνεισφέρουν στην οικογένειά τους όπως τα παιδιά των αγροτών. Αλλά όταν ένα παιδί δεν αισθάνεται απαραίτητο, χρειάζεται και κάτι άλλο. Έτσι, η αγάπη ξαφνικά έγινε σημαντική. Και ποιος δίνει αγάπη; Οι γυναίκες. Έτσι, ο John Bowlby ήρθε και ρομαντικοποίησε τη μητρική προσκόλληση.

S: Ο Bowlby, ο Βρετανός ψυχίατρος, ήταν ένας από τους πατέρες της θεωρίας προσκόλλησης. Θεωρείτε ότι οι υποθέσεις του είναι λανθασμένες;

Κ: Οι άνθρωποι ήθελαν απλές απαντήσεις, ενώ λαχταρούσαν μια πιο ήπια αντίληψη της ανθρωπότητας και ειδικά μετά τη φρίκη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό ταιριάζει στην ιδέα ότι μόνο τα παιδιά που είναι σε θέση να εμπιστεύονται τις μητέρες τους από τη γέννησή τους είναι σε θέση να ζήσουν μια ευτυχισμένη ζωή.

S: Επίσης, οι ανησυχίες σχετικά με το αν είναι επιζήμια για τα παιδιά η ανατροφή τους σε ιδρύματα, παραμένουν μέχρι σήμερα.

Κ: Δυστυχώς παραμένουν, παρόλο που ήδη το διαψεύσαμε αυτό τη δεκαετία του 1970. Ο Νίξον ήταν τότε Πρόεδρος και το Κογκρέσο ασχολείτο με την ιδέα των εθνικών κέντρων φροντίδας. Μαζί με δύο συναδέλφους, πήραμε μια μεγάλη επιχορήγηση για να μελετήσουμε την επίδραση που έχει το μεγάλωμα μίας ομάδας βρεφών σε ένα ίδρυμα (κέντρο φροντίδας).

Τα παιδιά στην ομάδα ελέγχου είχαν φροντίδα από τις μητέρες τους στο σπίτι. Στο τέλος των 30 μηνών, διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων. Παρ' όλα αυτά, μέχρι και σήμερα, 40 χρόνια αργότερα, οι άνθρωποι εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι τα κέντρα φροντίδας δεν είναι καλά για τα παιδιά.

S: Καθηγητά Κέιγκαν, σας ευχαριστούμε για αυτή τη συζήτηση.


Kat Kakou
Πηγή: Spiegel

Απόδοση: Κακουλάκη Κατερίνα - Ψυχολόγος
Επιμέλεια: PsychologyNow.gr 

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Σχετικά Άρθρα

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...