Γιώργος Κουντουράς

Γιατί νιώθουμε ντροπή και πως τη διαχειριζόμαστε; (1ο μέρος)

Γιατί νιώθουμε ντροπή και πως τη διαχειριζόμαστε; (1ο μέρος)

Γιώργος Κουντουράς
γυναίκα νιώθει ντροπή και προσπαθεί να την διαχειριστεί
Image credit: Keira Burton / pexels.com

Το συναίσθημα της ντροπής είναι πανανθρώπινο – ακόμα και οι άνθρωποι που ζούνε σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια από το δικό μας, νιώθουν ντροπή. Όλοι μας έχουμε βιώσει ως ένα βαθμό την ντροπή κάποια στιγμή στην ζωή μας, αν σκεφτούμε ότι κάποια προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητάς μας, όπως είναι η εξωτερική μας εμφάνιση, οι ικανότητές μας, οι κοινωνικές μας δεξιότητες, οι κλίσεις και τα ενδιαφέροντά μας, δεν μπορούν να μείνουν τελείως κρυφά από τους άλλους.


Ντροπή: Ένα πανανθρώπινο συναίσθημα

Καθίστε μια στιγμή και σκεφτείτε κάτι που υπάρχει στην ζωή σας για το οποίο θα σας τρομοκρατούσε η ιδέα να το μάθει κάποιος άλλος. Μπορεί να είναι μια σκέψη, ένα συναίσθημα, ένα γνώρισμα του χαρακτήρα σας, μια παρόρμηση ή μια αποτυχία του παρελθόντος η οποία θα προτιμούσατε να μην είχε συμβεί ποτέ.

Για ό,τι και να πρόκειται, η πιθανότητα έκθεσης αυτής της πλευράς του εαυτού σας ή του συμβάντος που έχει στιγματίσει το παρελθόν σας, σάς προκαλεί ντροπή. Η ντροπή με την σειρά της σας κάνει να θέλετε να κουλουριαστείτε στο κρεβάτι σας, να τραβήξατε μια κουβέρτα πάνω από το κεφάλι σας και να κρυφτείτε από τον κόσμο. Δεν είστε οι μόνοι όμως…

Το συναίσθημα της ντροπής είναι πανανθρώπινο – ακόμα και οι άνθρωποι που ζούνε σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια από το δικό μας, νιώθουν ντροπή. Όλοι μας έχουμε βιώσει ως ένα βαθμό την ντροπή κάποια στιγμή στην ζωή μας, αν σκεφτούμε ότι κάποια προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητάς μας, όπως είναι η εξωτερική μας εμφάνιση, οι ικανότητές μας, οι κοινωνικές μας δεξιότητες, οι κλίσεις και τα ενδιαφέροντά μας, δεν μπορούν να μείνουν τελείως κρυφά από τους άλλους.

Η σκέψη ότι οι άλλοι θα μας κρίνουν ή θα μας υποτιμήσουν για μία μη αποδεκτή, άσχημη ή σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας, μάς προκαλεί στιγμιαία ντροπή, αλλά δεν οδηγεί απαραίτητα σε χρόνια αισθήματα ντροπής.

Η χρόνια ντροπή πηγαίνει πολλές φορές χέρι-χέρι με κάποια άλλα συναισθήματα όπως είναι οι ενοχές, ο θυμός (ο οποίος μπορεί να γίνει επιθετικότητα προς τον εαυτό και τους άλλους) και η θλίψη. Αυτά τα συναισθήματα είναι τόσο συγκολλημένα μεταξύ τους που δυσκολευόμαστε να τα αναγνωρίσουμε και να τα επεξεργαστούμε ξεχωριστά προκειμένου να καταλάβουμε τι νιώθουμε και ποιες βαθύτερες ανάγκες μας δεν ικανοποιούνται.

Συνεπώς, εγκλωβιζόμαστε γύρω από αυτό-παγιδευτικούς τρόπους σκέψης που υφαίνουν διαρκώς το ίδιο προσωπικό αφήγημα: «δεν έχεις αυτοπεποίθηση», «δεν αξίζεις», «είσαι αποτυχημένος/η», «θα είσαι μόνος».

Έπειτα, λειτουργούμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε με τρόπο που επαληθεύει αυτές τις πυρηνικές πεποιθήσεις για τον εαυτό (π.χ. αποφεύγουμε τις κοινωνικές επαφές, αρνούμαστε μια θέση εργασίας, δεν διεκδικούμε τα δικαιώματα και δεν υπερασπιζόμαστε τις ανάγκες μας) με αποτέλεσμα να υιοθετούμε σταδιακά μια αυτό-ηττώμενη στάση απέναντι στην ζωή.

Πως δημιουργείται όμως η χρόνια ντροπή μέσα μας; Ποια είναι η σημασία των πρώιμων εμπειριών που είχαμε ως παιδιά; Πως διαφοροποιείται η ντροπή από την ενοχή και τα υπόλοιπα συναισθήματα; Πότε η χρόνια ντροπή μετατρέπεται σε ναρκισσισμό; Τέλος, πως μπορεί η ψυχοθεραπεία να μας βοηθήσει να διαχειριστούμε αυτό το συναίσθημα;


Διαβάστε σχετικά: Το συναίσθημα της ντροπής: Κατανόηση και θεραπεία


Η ανάγκη του «σχετίζεσθαι»

Σε όλες τις μορφές του, το συναίσθημα της ντροπής προκύπτει όταν ένα κομμάτι του εαυτού μας που ψάχνει την σύνδεση και την επαφή με τους άλλους, ματαιώνεται. Όταν αυτή η εμπειρία της αποσύνδεσης βιώνεται επαναλαμβανόμενα, απομονωνόμαστε από τους άλλους και βυθιζόμαστε σε αισθήματα απελπισίας και αναξιότητας.

Υπό αυτή την έννοια, το συναίσθημα της ντροπής δεν μας καταλαμβάνει όταν οι άλλοι δεν μας θαυμάζουν ή δεν αναγνωρίζουν τις προσπάθειες που κάνουμε, αλλά όταν η ανάγκη μας για σύνδεση και συναισθηματική επαφή, δεν ικανοποιείται. Πίσω από την έλλειψη αυτο-σεβασμού και αυτό-εκτίμησης λοιπόν, υπάρχει μια βαθιά αίσθηση αναξιότητας κάθε φορά που σχετιζόμαστε με τους άλλους η οποία μας αποτρέπει να νιώσουμε θετικά συναισθήματα γι’ αυτούς και μας κάνει αρκετά συχνά να τους αντιλαμβανόμαστε με δυσπιστία και καχυποψία.

Η ψυχολογική μας ευημερία εξαρτάται από το πόσο συνεκτική θεωρούμε ότι είναι η ταυτότητά μας. Αν λέγαμε λοιπόν ότι υπάρχει μόνο ένα πράγμα στην ζωή που μας ολοκληρώνει ως ανθρώπους, αυτό είναι οι σχέσεις μας. Από την πρώτη κιόλας στιγμή της γέννησής μας, η ανάγκη για ασφάλεια, φροντίδα και προστασία μάς ωθεί να δημιουργήσουμε στενούς συναισθηματικούς δεσμούς με τους φροντιστές μας.

Ο τύπος αυτών των δεσμών δημιουργεί μοτίβα προσδοκίας (από εμάς) και ανταπόκρισης (από εκείνους) τα οποία γίνονται οι «ασυνείδητοι οργανωτές» του εαυτού μας. Κάτω από την επίδραση άλλων περιβαλλοντικών και ιδιοσυγκρασιακών παραγόντων, αυτά τα μοτίβα επιμένουν μέχρι την ενηλικίωση και σταδιακά ικανοποιούν (εφόσον είχαμε μια ομαλή ανάπτυξη) την επιθυμία για συνοχή που θέλουμε να υπάρχει στον κόσμο μας.

Αν έχουν συμβεί επαναλαμβανόμενες ρήξεις σε αυτούς τους πρώτους δεσμούς χωρίς να έχει υπάρξει αποκατάσταση, τότε το παιδί τραυματίζεται ψυχικά και κάθε φορά που αποπειράται να σχετιστεί με τους άλλους, ανακινούνται τα συναισθήματα του παρελθόντος τα οποία κάνουν συνήθως την εμφάνισή τους, αργότερα στην ενήλικη ζωή, ως δυσάρεστες και ενοχλητικές εμπειρίες άγχους, κατάθλιψης, εξάντλησης και σωματικών συμπτωμάτων.

Η εσωτερίκευση της ντροπής

Τι θα μπορούσε όμως να είναι μια ντροπιαστική εμπειρία για ένα μικρό παιδί που είναι απασχολημένο προσπαθώντας να δημιουργήσει μια συνεκτική αίσθηση του εαυτού του μέσα από τις αλληλεπιδράσεις του με τους γονείς και τους άλλους σημαντικούς ανθρώπους της ζωή του;

Όταν ένα παιδί συμπεριφέρεται ακατάλληλα, δυσαρεστεί τους γονείς του και τους προκαλεί αρνητικά συναισθήματα τα οποία με την σειρά τους μπορεί να πυροδοτήσουν κατάλληλες ή ακατάλληλες γονικές συμπεριφορές. Στο καλό σενάριο γονικής μέριμνας, ο γονέας επισημαίνει με ψύχραιμο τρόπο τι ήταν αυτό που τον θύμωσε/ενόχλησε προσφέροντας ενεργητική καθοδήγηση, ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού, προκειμένου να αποφευχθεί μια παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον.

Με έναν ήρεμο, ζεστό και υποστηρικτικό τρόπο συνεχίζει να συνδέεται με το παιδί συζητώντας αυτό που τον δυσαρέστησε και αποτελώντας παράδειγμα ρύθμισης και κατάλληλης έκφρασης των συναισθημάτων του για το παιδί. Έτσι, καταφέρνει να αποκαταστήσει παράλληλα το αίσθημα της εσωτερικής συνοχής του παιδιού το οποίο αφομοιώνει ένα πολύτιμο μήνυμα: μπορεί να έκανα κάτι κακό, αλλά αυτό τελείωσε και δε σημαίνει πως δεν με αγαπούν ή δεν είμαι καλό παιδί.

Αν το παιδί βιώσει πολλές φορές στην ζωή του τέτοιες θετικές εμπειρίες, ακόμα και μετά από έντονες στιγμές ταραχής ή αναστάτωσης, θα μπορέσει να ενσωματώσει γνωστικά και συναισθηματικά τις έννοιες του «καλού» και του «κακού» και να δημιουργήσει τη σχεσιακή γνώση που απαιτείται ώστε να εμπλέκεται ολοκληρωμένα (αποδεχόμενο τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές του πλευρές) στις διαπροσωπικές, ερωτικές και κοινωνικές του επαφές.

Εν αντιθέσει, όταν ο γονέας αντιδρά απέναντι στο παιδί με έναν παθητικό, ψυχρό, αποφευκτικό, τιμωρητικό ή ακόμα και κακοποιητικό τρόπο λόγω των δικών του ανεπεξέργαστων συναισθημάτων, το αφήνει να παλεύει μόνο του να ανακτήσει την αίσθηση της ταυτότητάς του σε σχέση με εκείνον.

Χωρίς βοήθεια και καθοδήγηση, ο διαχωρισμός ανάμεσα στις έννοιες του «καλού παιδιού» και του «κακού παιδιού» ενισχύεται, το παιδί εσωτερικεύει την στάση του γονέα και μαθαίνει σταδιακά να βλέπει τον εαυτό του (και κατ’ επέκταση τους άλλους) με όρους «άσπρου-μαύρου».

Όλα τα αρνητικά συναισθήματα αυτής της εμπειρίας όμως αποκλείονται από την ψυχική συσκευή του παιδιού ώστε να μπορέσει να την αντέξει και να προχωρήσει παρακάτω. Ωστόσο, μια μορφή έμμεσης γνώσης για το πως λειτουργούν γενικά ή… δεν λειτουργούν οι σχέσεις, καθορίζεται.

Συνεπώς, κάθε φορά που ένα παιδί δεν αισθάνεται επαρκώς συνδεδεμένο και αναγνωρισμένο από τον φροντιστή από τον οποίο περιμένει να καλύψει τις βασικές συναισθηματικές ανάγκες, η αίσθηση ενός συνεκτικού εαυτού διαλύεται. Μια τέτοια διάσπαση συμβαίνει τόσο στα βρέφη όσο και στα μικρά παιδιά.

Για τα βρέφη τα οποία έχουν την ικανότητα να συντονιστούν με τα την ψυχική διάθεση του γονέα, η εμπειρία παραμένει σπλαχνική, καθώς δεν έχουν ακόμη εσωτερική γλώσσα για να εμπεριέχουν γνωστικά και συναισθηματικά τις έννοιες του «καλού» και του «κακού».

Αυτό λοιπόν που οδηγεί στην χρόνια ντροπή δεν είναι τόσο η πρόθεση του γονέα να συνετίσει το παιδί με αυστηρότητα και πειθαρχία όταν εκείνο συμπεριφέρεται ακατάλληλα, αλλά η απουσία μιας επανορθωτικής εμπειρίας που θα δείξει στο παιδί ότι συνεχίζει να είναι αγαπητό, αποδεκτό και καλό από τον γονέα.

Ντροπή vs. Ενοχές

Παρόλο που βρίσκονται αρκετά κοντά, η ντροπή και η ενοχή δεν έχουν την ίδια γνωστική και συναισθηματική αποτύπωση στην συνείδησή μας. Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι η χρόνια ντροπή είναι η αρνητική αποτίμηση του εαυτού καθ’ ολοκληρίαν, ενώ η ενοχή είναι η αρνητική αποτίμηση μιας συμπεριφοράς του εαυτού. Αν οι ενοχές δεν είναι ασυνείδητες και τιμωρητικές, αλλά αφορούν μια πράξη στην οποία έχουμε προβεί και για την οποία έχουμε μετανιώσει, δεν πλήττουν τον πυρήνα της ταυτότητάς μας.

Βιώνοντας λοιπόν συνειδητές ενοχές, το άτομο συνεχίζει να λέει στον εαυτό του ότι «είναι ένας αξιόλογος άνθρωπος που απλά έκανε ή σκέφτηκε κάτι κακό». Από την άλλη μεριά, η χρόνια ντροπή βιώνεται ως ένα επώδυνο συναίσθημα που συνοδεύει την αίσθηση ότι εκθέτουμε μια εν γένει ελλαττωματική και ανάξια πλευρά του εαυτού μας η οποία τις περισσότερες φορές επισκιάζει κάθε θετική άποψη που έχουν οι άλλοι για αυτό που είμαστε. Στην χρόνια ντροπή λοιπόν δεν έχει τόση σημασία αυτό που κάνουμε, αλλά αυτό που νιώθουμε ότι είμαστε.

Υπάρχει φυσικά η περίπτωση όπου οι ενοχές μετατρέπονται σε ντροπή αν μια πράξη για την οποία έχουμε μετανιώσει, δεν επιδιορθωθεί, και συνεχίσουμε να ζούμε την ζωή μας προσποιούμενοι ότι δεν συνέβη ποτέ. Ας δούμε ένα απλό παράδειγμα – αν ένας φίλος ζητήσει την βοήθειά μας για να κάνει μια μετακόμιση και εμείς δεν του την προσφέρουμε για να μην διαταράξουμε το δικό μας πρόγραμμα, νιώθουμε ενοχές.

Μπορεί αυτή η άρνηση να θεωρηθεί ως «λάθος» μιας φοράς, αλλά ο τρόπος που θα διαχειριστούμε τις ενοχές, μπορεί να έχει ευρείες επιπτώσεις στην ταυτότητα και την αυτοεκτίμησή μας. Αν ζητήσουμε συγγνώμη και υποσχεθούμε ότι την επόμενη φορά που θα χρειαστεί την βοήθειά μας, θα είμαστε διαθέσιμοι, τότε ανακουφιζόμαστε από τις ενοχές και προχωράμε την ζωή μας.

Αν όμως αδιαφορήσουμε και προσποιηθούμε ότι δεν συνέβη κάτι ή κατηγορήσουμε τον φίλο μας επειδή χρειάζεται συχνά την βοήθειά μας, τότε οι ενοχές μας, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ενισχύονται και μετατρέπονται σε ντροπή. Καταβάλλουμε λοιπόν σημαντική προσπάθεια για να κρύψουμε αυτό που συνέβη και να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας απέναντι σε αυτόν που θα προσπαθήσει να μας εκθέσει επειδή δεν κάναμε το «σωστό».

Τελικά, αυτή η προσπάθεια απόκρυψης μοιάζει στην πραγματικότητα με μια άρνηση να αναλάβουμε την ευθύνη μιας επιλογής. Όσο αυτή η στάση γενικεύεται στις κοινωνικές μας αλληλεπιδράσεις, τόσο περισσότερο θυμώνουμε με τις «παράλογες» απαιτήσεις των άλλων και καταλήγουμε να συμπεριφερόμαστε παθητικο-επιθετικά – κάτι που τελικά διαβρώνει τις σχέσεις μας και μάς προκαλεί θλίψη και πόνο.


Διαβάστε σχετικά: Ο φαύλος κύκλος της νευρωτικής ντροπής


Όταν η ντροπή γίνεται ναρκισσισμός…

Τα άτομα που βιώνουν χρόνια ντροπή συνήθως υποτιμούν τους εαυτούς τους και επιτρέπουν στους άλλους να τους υποτιμούν, να τους κακομεταχειρίζονται ή ακόμα και να τους κακοποιούν λεκτικά ή σωματικά. Πολύ συχνά, είναι υπερευαίσθητα στην επίκριση και στην απόρριψη αντιδρώντας υπερβολικά είτε με έντονη λύπη, είτε με ανεξέλεγκτο θυμό, ανάλογα με τον τρόπο που έχουν μάθει να διαχειρίζονται την ντροπή τους. Υπάρχουν τρεις πιθανοί δυσλειτουργικοί τρόποι για να διαχειριστεί κάποιος το συναίσθημα της χρόνιας ντροπής:

1. Μπορεί να παραδοθεί σε αυτό, να νιώθει τον συναισθηματικό πόνο και να συμπεριφέρεται με τρόπο που θα επικυρώνει το σύμπλεγμα της ντροπής-ελαττωματικότητας.

2. Μπορεί να αποφεύγει το συναίσθημα της ντροπής και διάφορες καταστάσεις, σκέψεις και εικόνες που το ενεργοποιούν. Για παράδειγμα, ίσως να πίνει υπερβολικά, να κάνει χρήση ουσιών, να καθαρίζει καταναγκαστικά ή να είναι εργασιομανής.

3. Μπορεί να «πολεμά» την ντροπή του και να υπεραναπληρώνει λειτουργώντας σαν να ίσχυε το αντίθετο από αυτό που αισθάνεται. Αν ένιωθε ανάξιος και άχρηστος ως παιδί, προσπαθεί ως ενήλικας να είναι τέλειος.

Η υπεραναπλήρωση φαίνεται να είναι μια «υγιής» στάση απέναντι στην χρόνια ντροπή, αλλά δυστυχώς όλη η αυτοπεποίθηση και η σιγουριά για τον εαυτό που δείχνει κάποιος/α που την υιοθετεί είναι μόνο η επιφάνεια και κάτω από αυτήν το άτομο συνεχίζει να νιώθει την αφόρητη πίεση της ντροπής και να διαιωνίζει υπερβολικές, συχνά «αναίσθητες» και μη παραγωγικές συμπεριφορές.

Συνεπώς, αυτές οι «ναρκισσιστικές υπεραναπληρώσεις» τυπικά βοηθούν κάποια άτομα να αντιμετωπίσουν τα πυρηνικά αισθήματα της χρόνιας ντροπής και της ελαττωματικότητας. Αντί λοιπόν να νιώθουμε αγνοημένοι, κατώτεροι ή ανάξιοι, νιώθουμε ξεχωριστοί, ιδιαίτεροι και ανώτεροι από τους άλλους. Παρόλο που η εξωτερική μας επιτυχία είναι εμφανής, μέσα μας δε βρισκόμαστε σε ειρήνη με τον εαυτό μας, σταδιακά απομονωνόμαστε από τους άλλους και νιώθουμε δυστυχείς.

Ενεργώντας έτσι, η ικανότητα για ένα αμοιβαία ικανοποιητικό, ισότιμο και στενό σχετίζεσθαι χάνεται και προσπαθώντας να είμαστε τέλειοι σε όλα, προσποιούμαστε ακόμα και την οικειότητα. Αντιμέτωπα με την αποτυχία, τα άτομα αυτά δεν χειρίζονται την ήττα εποικοδομητικά – επιρρίπτουν τις ευθύνες των πράξεών τους αλλού και δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τους περιορισμούς τους με αποτέλεσμα να μην μαθαίνουν από τα λάθη τους.

Στο τέλος, η αντιμετώπιση πολλών και ισχυρών εμποδίων που αναπόφευκτα φέρνει η ζωή, τους κάνει να υποαναπληρώνουν και να εμφανίζουν καταθλιπτικά συμπτώματα γιατί έρχονται αντιμέτωποι με τις τρομακτικές συναισθηματικές δυνάμεις που απέφευγαν τόσο καιρό.

Η αποφυγή και η παράδοση είναι οι δύο πιο συνηθισμένοι δυσλειτουργικοί τρόποι διαχείρισης του συμπλέγματος της ντροπής-ελαττωματικότητας και αρκετά συχνά χρησιμοποιούνται συνδυαστικά. Στην ουσία, η ιδιοσυγκρασία παίζει μεγάλο ρόλο στην επιλογή του αντίστοιχου τρόπου αντιμετώπισης. Για παράδειγμα, τα άτομα με παθητικές ιδιοσυγκρασίες είναι πιο πιθανό να παραδίδονται ή να αποφεύγουν, ενώ τα άτομα με πιο επιθετικές ιδιοσυγκρασίες συνήθως υπερναπληρώνουν.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας που καθορίζει τον τρόπο διαχείρισης του συμπλέγματος της ντροπής-ελαττωματικότητας είναι επιλεκτική εσωτερίκευση των γονιών. Τα παιδιά συνήθως μοντελοποιούν την συμπεριφορά του γονέα με τον οποίο νιώθουν πιο κοντά και ταυτίζονται.


*Απαγορεύεται ρητώς η αναπαραγωγή χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων της ιστοσελίδας*

2. banner diafhmishs mypsychologist koino

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Διαβαστε ακομη

Βρείτε μας στα...