Γιατί τώρα;

Γιατί τώρα;

γυναίκα σκέφτεται γιατί τώρα
Image credit: Pixabay / pexels.com

Ας μάθουμε να μιλάμε, να ζητάμε βοήθεια. Να μην αποσιωπώνται τέτοια γεγονότα. Να δίνουμε τον απαιτούμενο χώρο και χρόνο σε κάποιον για να μπορέσει να μιλήσει γι’ αυτό που του συμβαίνει και να λάβει την απαραίτητη βοήθεια και καθοδήγηση. Ας είμαστε περισσότερο Άνθρωποι.


Γιατί τώρα; Γιατί όχι τώρα; Και κάθε τώρα! Δεν είναι ερώτηση το γιατί τώρα. Γιατί τώρα μπορεί να μιλήσει κάποιος. Γιατί τώρα βρήκε το κουράγιο. Γιατί τώρα υπάρχει δύναμη στη φωνή. Γιατί τώρα η κάθε κραυγή ξεχωριστά μπορεί να κάνει τη διαφορά και να μην πέσει στο κενό, όπως παλιότερα.

Γιατί τώρα η κοινωνία είναι πιο έτοιμη όχι μόνο να ανοίξει τα αυτιά της, αλλά και τα μάτια της, σε όλα τα κακώς κείμενα που μέχρι τώρα παραβλέπαμε, δεν αντέχαμε να αντικρύσουμε, να συνειδητοποιήσουμε, να κατανοήσουμε, να δεχτούμε, να διαχειριστούμε, να προλάβουμε, να θεραπεύσουμε, να «σωφρονίσουμε».

Γιατί έως τώρα η κοινωνία κάθε φορά που ένα θύμα ήθελε να πει τη δική του ιστορία κακοποίησης σεξουαλικής, λεκτικής και σωματικής, κακοποιούσε αρκετές φορές περαιτέρω τα θύματα με τη στάση της. Με το να εθελοτυφλεί, να εμπαίζει το θύμα, να αμφισβητεί την πνευματική διαύγεια και την ηθική του θύματος, να ρίχνει το φταίξιμο στο θύμα κι όχι στον θύτη, με την αποδέχεται συμπεριφορές και αντιλήψεις που υποθάλπουν την κουλτούρα της σεξουαλικής και της σωματικής βίας γιατί «έτσι συμβαίνει». Γιατί «έτσι έχουν τα πράγματα».

Γιατί από τώρα και στο εξής, η κάθε φωνή από μόνη της αποκτά άλλη υπόσταση, άλλο νόημα και απήχηση. Πόσο μάλλον όταν ενώνονται φωνές και καλλιεργείται η συλλογική δύναμη των ανθρώπων που έγιναν αποδέκτες οποιασδήποτε βιαιότητας. #MeToo. Θάρρος. Κανένας και καμία δεν νιώθουν πλέον μόνοι. Αδύναμοι.

Η ιστορία του διπλανού δίνει το έναυσμα και καλλιεργεί το θάρρος, για να μοιραστούν κι άλλοι τη δική τους ιστορία. Αλληλο-κατανόηση. Αλληλο-υποστήριξη. Τώρα μιλάμε για μία οργανωμένη, συλλογική και ουσιαστική δράση αλλαγής. Για όλα έρχεται η κατάλληλη στιγμή. Οι «επαναστάσεις» για να καρποφορήσουν χρειάζονται τον κατάλληλο χρόνο. Αλλιώς θα καταλήξουν σε βατερλό.


Διαβάστε σχετικά: Πώς να ξεφύγετε από μία κακοποιητική σχέση


Πριν 200 χρόνια, κάναμε τη μεγάλη επανάστασή μας κατά του Τουρκικού ζυγού. Γιατί τότε; Γιατί τότε ήταν η κατάλληλη ώρα. Τότε ήμασταν έτοιμοι να συσπειρωθούμε, να αγωνιστούμε, να απελευθερωθούμε. Όχι, φαντάζομαι πως δεν είχαμε ξεχάσει τα 400 χρόνια σκλαβιάς και ξαφνικά, μια μέρα, θυμηθήκαμε την ανάγκη για ελευθερία.

Ούτε και υποθέτω θα βγει κανείς να κατηγορήσει τους προγόνους μας και να πει Γιατί δεν επαναστούσατε νωρίτερα; Μάλλον σας άρεσε και σας άξιζε η σκλαβιά και γι’ αυτό την υπομείνατε. Πώς λοιπόν ρωτάμε θύματα κακοποίησης γιατί μιλάνε τώρα, γιατί αντιδράνε τώρα και όχι νωρίτερα;

Όχι, ούτε εκείνοι θυμήθηκαν τώρα αυτό που τους συνέβη κάποτε. Εάν κάποιος έχει υπάρξει θύμα οποιασδήποτε μορφής βίας στη ζωή του ή αν έχει στοιχειώδεις γνώσεις ψυχολογίας ή έστω μία στοιχειώδη δόση ανθρωπιάς μέσα του, μπορεί να καταλάβει ότι αυτό είναι κάτι που δεν το ξεχνάς ποτέ.

Πρώτα απ’ όλα να ξεκαθαρίσουμε τις σωματικές αντιδράσεις μας όταν αντιμετωπίζουμε μια απειλή ή ένα τραυματικό γεγονός. «Πάλη» ή «φυγή» (“Fight” or “flight”). Όταν το σύστημά μας αξιολογεί την κατάσταση της απειλής (πρόσωπο ή πράγμα) κι εκτιμά τις δυνατότητές μας να αντιδράσουμε απέναντι στον κίνδυνο θα διαλέξει την πάλη, εφόσον οι πιθανότητες να υπερνικήσουμε τον κίνδυνο είναι υπέρ μας, και τη φυγή εάν οι πιθανότητες είναι εναντίον μας.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη αντίδραση, η οποία συμβαίνει όταν το σύστημά μας δεν μπορεί να επιλέξει ούτε την πάλη ούτε τη φυγή. Σε συνθήκες όπου μουδιάζουμε ολόκληροι από το σοκ και τον φόβο και απλώς «παγώνουμε». Στην κυριολεξία. “Freeze”.

Σε άτομα που έχουν υποστεί κακοποίηση, ιδίως σεξουαλική και σωματική, η αντίδραση του παγώματος συναντάται κατά κόρον. Οπότε για εκείνα, τη στιγμή της κακοποίσης, είναι φύσει αδύνατον να αντιδράσουν. Συχνά μάλιστα είναι τόσο μεγάλο το σοκ του τραυματικού γεγονότος, που μπορεί να βιώσουν αποπροσωποποίηση ή/και αποπραγματοποίηση.

Στην αποπροσωποποίηση, το άτομο χάνει την αίσθηση του εαυτού του. Δεν καταλαβαίνει ποιος είναι, τι ακριβώς του συμβαίνει, μπορεί να έχει την αίσθηση ότι αυτό που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή δεν συμβαίνει στον ίδιο, αλλά σε κάποιον άλλο κι αυτός παρακολουθεί σαν εξωτερικός παρατηρητής. Σαν να βγαίνει έξω από τον εαυτό του.

Στην αποπραγματοποίηση χάνεται η αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Τα γεγονότα βιώνονται σαν ένα κακό όνειρο, διαστρεβλώνεται η αντίληψη του ατόμου, διαταράσσονται οι σωματικές αισθήσεις. Παρατηρείται μια διάσχιση ανάμεσα στη συνείδηση του ατόμου, το μυαλό, το σώμα του και τον έξω κόσμο. Τέτοιες τραυματικές εμπειρίες μπορεί να πυροδοτήσουν -εκ των άλλων- την εκδήλωση Αποσυνδετικής Διαταραχής Ταυτότητας (γνωστή και ως Διαταραχή Πολλαπλής Προσωπικότητας) και πιο συνηθισμένα, Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες.

Στη ΔΜΣ, τα άτομα αναβιώνουν συνεχώς το τραυματικό γεγονός, με έναν ή περισσότερους τρόπους: 1) μπορεί να παρεισφρύουν αυθόρμητα στο μυαλό τους επαναλαμβανόμενες και αυθαίρετες αναμνήσεις από το τραύμα, 2) μπορεί να έχουν όνειρα (εφιάλτες) με βάση αυτό το γεγονός, κι επομένως να μην μπορούν να ησυχάσουν ούτε στον ύπνο τους. 3) Μπορεί να βιώνουν τα λεγόμενα flashbacks, δηλαδή αποσυνδετικές -μεμονωμένες- εικόνες του γεγονότος, που είναι τόσο έντονες και «ζωντανές», ώστε το άτομο αισθάνεται σαν να βιώνει ξανά από την αρχή το τραυματικό γεγονός.

Γυρνάει πίσω στην κατάσταση που βίωσε, σκέφτετατι κι αισθάνεται όπως ακριβώς εκείνη τη στιγμή που του συνέβη. Εγκλωβισμένος. Αβοήθητος. Ανήμπορος. Μόνος. Φοβισμένος. Μουδιασμένος…

Πέρα από την αποπραγματοποίηση και/ή την αποπροσωποποίηση που ίσως εκδηλώσει κάποιος, τα θύματα νιώθουν έντονη δυσφορία, ευερεθιστότητα και ταραχή όταν εκτίθεται σε ερεθίσματα που μπορεί να συμβολίζουν, να μοιάζουν ή να θυμίζουν με κάποιον τρόπο οποιαδήποτε πτυχή του τραυματικού γεγονότος.

Σκεφτείτε λίγο πως μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος που έχει υποστεί κάποιου είδους κακοποίηση από ένα μέλος της οικογένειας του, από έναν συνάδελφο ή κάποιο άλλο οικείο πρόσωπο, με τα οποία έχει καθημερινή συναναστροφή. Και πόσο πιο δύσκολο θα του είναι να προσπαθήσει να διαχειριστεί όλα όσα βίωσε ή κατ’εξακολούθηση βιώνει κάθε μέρα. Κι επιπλέον πόσο κουράγιο και δύναμη ψυχής χρειάζεται και μόνο το να προσπαθήσει να «αφήσει πίσω του» όσα πέρασε.

Ο φόβος και η ντροπή που κυριαρχούν σαν συναισθήματα, δένουν χειροπόδαρα το θύμα και παράλληλα το φιμώνουν. Με τι ψυχικά αποθέματα θα αντιδράσει; Ποιον θα εμπιστευτεί να μιλήσει; Και πώς να βρει λέξεις που θα περιγράψουν και θα αποδώσουν έστω και στο ελάχιστο όσα έζησε κι ένιωσε; Κι αν τις βρει τις λέξεις, πώς θα τις ξεστομίσει, αφού αυτό, από μόνο του, είναι μια ακόμη εμπειρία αναβίωσης του τραύματός του;

Κι όταν το θύμα δέχεται κι επιπλέον απειλές από τον θύτη, τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο. Ο φόβος ριζώνει ακόμα πιο βαθιά. Ο εκφοβισμός του θύτη υπαγορεύει πως αν το θύμα τολμήσει και μιλήσει οι συνέπειες θα είναι ακόμα πιο οδυνηρές για το ίδιο. Και συχνά οι απειλές δεν σταματάνε εκεί. Απλώνονται και συμπεριλαμβάνουν και απειλές που θέτουν σε κίνδυνο άλλα άτομα, προσφιλή και σημαντικά για το θύμα. «Θα πάρει στο λαιμό του και αυτούς που αγαπάει περισσότερο».

Τα θύματα προσπαθούν συστηματικά να αποφύγουν οποιοδήποτε ερέθισμα συνδέεται στο μυαλό τους με το τραύμα. Συχνά αυτό το οποίο βιώνουν είναι τόσο οδυνηρό για το σώμα, το μυαλό και την ψυχή τους, που μπορεί να συμπεριφέρονται σαν να μην συνέβη ποτέ, να προσπαθήσουν να το απωθήσουν τελείως από το μυαλό τους, να μην το σκέφτονται, να μην το συζητάνε.

Σαν να μην έγινε. Άρνηση. Σοκ. Είναι ένα από τα στάδια που περνάμε μέχρι να φτάσουμε στην αποδοχή κάποιας τραυματικής εμπειρίας, απώλειας ή άλλης ψυχοπιεστικής και έντονα δυσφορικής κατάστασης.

Επομένως, τα θύματα προσπαθούν να αποφύγουν οποιαδήποτε ανάμνηση, σκέψη ή συναίσθημα που συνδέεται με το τραυματικό γεγονός, γιατί και η παραμικρή λεπτομέρεια τους κάνει να αναβιώσουν όλα όσα έζησαν και αυτό είναι πόνος που δεν αντέχεται.

Και δεν αποφεύγουν μόνο τη νοερή απεικόνιση του γεγονότος, αλλά μπαίνουν και σε αποφυγές καταστάσεων, δραστηριοτήτων, τοποθεσιών, αντικειμένων, προσώπων, συζητήσεων και οποιουδήποτε άλλου ερεθίσματος συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το μαρτύριό τους και θα τους πυροδοτήσει μνήμες, δυσφορικά συναισθήματα και συνοδές σωματικές ενοχλήσεις.

Τα θύματα αισθάνονται ντροπή γι’ αυτό που τους συνέβη και ενοχή, ρίχνοντας το φταίξιμο στον εαυτό τους, κάτι το οποίο συμβαίνει ακόμα πιο έντονα γιατί σαν κοινωνία έχουμε μάθει πρωτίστως να κατηγορούμε το θύμα και να ψάχνουμε τα λάθη στις δικές του αντιδράσεις και συμπεριφορές, οι οποίες «προκάλεσαν» το θύτη.

Όταν συμβαίνει κάτι τόσο τρομακτικό, ο οργανισμός του κάθε ανθρώπου προσπαθεί να βρει ένα τρόπο να αμυνθεί απέναντι σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα. Σε άτομα που βιώνουν διαταραχή μετατραυματικού στρες, παρατηρείται μία αρνητική μεταβολή στη σκέψη και τη διάθεσή τους.

Μπορεί λοιπόν να δυσκολεύονται να ανακαλέσουν λεπτομέρειες του τραύματος ή να έχουν ξεχάσει τελείως κάποιες πληροφορίες. Είναι τόσο δυσβάσταχτο το βίωμα αυτό, που ο ίδιος ο εγκέφαλος είναι σαν να «κλείνει» εκείνη τη στιγμή, να προσπαθεί να διαγράψει και να αποβάλει οριστικά αυτή την επώδυνη εμπειρία.

Τα θύματα κακοποίησης αναπτύσσουν αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό τους και για τους άλλους. «Είμαι κακός», «εγώ έφταιγα», «μου άξιζε», «ο κόσμος είναι κακός κι επικίνδυνος», «πάντα θα είμαι θύμα», «δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν», «δεν μπορώ να μιλήσω σε κανέναν», «κανένας δεν θα καταλάβει», «κανένας δεν μπορεί να με βοηθήσει»…Φόβος, θυμός, ενοχή, ντροπή, αηδία, θλίψη, άγχος, μοναξιά, ανασφάλεια, καχυποψία, είναι μόνο μερικά από τα συναισθήματα που μπορεί να βιώσει κάποιος.

Συναισθήματα που έχουν σημαντική επίδραση στη συμπεριφορά που θα διαμορφώσει το άτομο μετέπειτα. Κοινωνική απόσυρση και απομόνωση, διαταραχές στον ύπνο ή διαταραχές πρόσληψης τροφής, κατάχρηση ουσιών, διαταραχές στις σχέσεις με τους άλλους, προβλήματα προσαρμογής, πτώση της λειτουργικότητας στο εργασιακό ή ακαδημαϊκό περιβάλλον…

Αναλογιστείτε επιπλέον πόσο τραυματική μπορεί να είναι η σεξουαλική κακοποίηση κάποιου και πόσο καθοριστική θα είναι για τη μετέπειτα σεξουαλική του ζωή. Ιδίως εάν ο βιασμός του ατόμου αυτού ήταν και η πρώτη σεξουαλική εμπειρία της ζωής του.

Γυναίκες που έχουν υπάρξει θύματα βιασμού, ακόμα και μετά από πολυετείς συνεδρίες με ψυχιάτρους ή ψυχολόγους και φαρμακευτική υποστήριξη, έχουν αναφέρει πως για χρόνια αντιμετώπιζαν προβλήματα σε οποιοδήποτε είδος κοινωνικής επαφής με άντρες, γιατί κάθε φορά που ένας άντρας τις πλησίαζε, ανεξάρτητα με το αν ήταν συμμαθητής, συμφοιτητής, συνεργάτης, ένα πιθανό φλερτ σε ένα μπαρ ή ένας τυχαίος περαστικός στο δρόμο που μπορεί απλώς να θέλει να τις ρωτήσει την ώρα, χωρίς να εποφθαλμιά σε κάτι περαιτέρω, για εκείνες ήταν ένας κίνδυνος. Ένας πιθανός βιαστής.

Κι αν αυτή ήταν η αντίδραση σε κοινωνικό επίπεδο, σκεφτείτε τη ζημιά που βιώνει ένα θύμα βιασμού σε προσωπικό επίπεδο. Άτομα που έχουν παρενοχληθεί ή κακοποιηθεί πολλές φορές δεν αντέχουν ούτε ένα άγγιγμα στο χέρι. Αυτό το άγγιγμα έχει συνδεθεί με κίνδυνο. Με φόβο. Ξυπνάει το ένστικτο της επιβίωσης. Της αυτό-προστασίας. Να μην ξαναβιώσουν όσα πέρασαν.

Κι όσο πιο νεαρή η ηλικία του θύματος, ανεξαρτήτως φύλου, τόσο πιο οδυνηρές θα είναι οι επιπτώσεις σε όλα τα επίπεδα: σωματικά, συναισθηματικά, ψυχικά. Καταστρέφεται και βιάζεται μια ανθρώπινη ψυχή εκείνη τη στιγμή. Τα τραύματα της ψυχής δεν είναι ορατά και μετρήσιμα, όπως του σώματος. Είναι όμως πιο βαθιά. Πιο οδυνηρά. Μια πληγή που σε πολλές περιπτώσεις ανθρώπων μένει ανοιχτή και αιμορραγεί.

Πολλά θύματα σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης μένουν εγκλωβισμένα στα αρνητικά συναισθήματα και τον πόνο που νιώθουν. Δεν είναι σε θέση να σκεφτούν ή να βιώσουν τίποτα το θετικό. Δεν νιώθουν ασφαλείς. Δε βρίσκουν γαλήνη πουθενά. Μόνο πόνο. Δίχως τελειωμό. Δίχως ελπίδα. Ένας άνθρωπος που είναι απελπισμένος και φοβισμένος, πνιγμένος μέσα στον πόνο του, αδύναμος να βρει μία λύση για να ξεφύγει από όλο αυτό που βιώνει, συχνά καταφεύγει σε συμπεριφορές αυτοκαταστροφής.

Ψάχνει να βρει ανακούφιση σε ουσίες και αλκοόλ ή σε άλλες αυτοκαταστροφικές και αυτοτραυματιστικές συμπεριφορές. Μπορεί να εγκαταλείψει την πόλη του ή τη χώρα του, σε μία προσπάθεια να τα αφήσει όλα πίσω και να κάνει ένα νέο ξεκίνημα, μακριά απ’ όσα τον στιγμάτισαν. Κάποια θύματα υποφέρουν τόσο, που φτάνουν ακόμα και στο σημείο να βάλουν τέλος στη ζωή τους. Όχι απαραίτητα γιατί θέλουν όντως να πεθάνουν. Αλλά γιατί δεν αντέχουν να ζουν άλλο έτσι και θέλουν να σκοτώσουν τον πόνο που νιώθουν μέσα τους.


Διαβάστε σχετικά: Γυναίκες θύματα σεξουαλικής και σωματικής βίας


Ο κάθε άνθρωπος όταν νιώσει έτοιμος, σπάει τη σιωπή του. Και δεν έχει να απολογηθεί σε κανέναν γιατί το έκανε τώρα κι όχι χτες ή πριν δυο χρόνια. Ευτυχώς τώρα. Επιτέλους τώρα! Γιατί τώρα ήρθε η στιγμή να πάψουν να φοβούνται τα θύματα και να αρχίσουν να φοβούνται οι θύτες. Είτε έχουμε καλά θεσμοθετημένους νόμους είτε πρέπει να θεσπίσουμε νέους, οι νόμοι από μόνοι τους δεν έχουν καμία αξία, εάν δεν υπάρχουν συνέπειες.

Κοινωνικός έλεγχος. Και μάλιστα οι συνέπειες οφείλουν να να είναι τέτοιες που να αποθαρρύνουν τους πιθανούς δράστες. Να σκέφτονται δυο και τρεις φορές προτού ενεργήσουν, γιατί θα έρθουν αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη και θα υποστούν τις συνέπειες των πράξεών τους.

Ας μην κάνουμε την ερώτηση γιατί τώρα. Εάν δεν έχουμε να πούμε κάτι αξιόλογο ή δεν ξέρουμε τι να πούμε, ας κάνουμε ησυχία. Να ακουστούν οι φωνές εκείνων που χρειάζεται να μιλήσουν και που έχουν να καταθέσουν κάτι σημαντικό. Ας μάθουμε να χρησιμοποιούμε λίγο περισσότερο τα αυτιά μας και το μυαλό μας κι έπειτα το στόμα μας. Ας μπούμε λίγο και στη θέση του άλλου. Στη ψυχοσύνθεσή του, όσοι από εμάς το αντέχουμε. Να αφουγκραστούμε και να κατανοήσουμε. Και εάν είναι δυνατόν, να βοηθήσουμε.

Θέλει θάρρος και δύναμη ψυχής να βγεις και να μιλήσεις για κάτι που σε πονάει βαθιά. Αξίζουν μπράβο σε όλους όσους τόλμησαν να μοιραστούν τη δική τους ιστορία και μάλιστα επώνυμα, σε μία κοινωνία πνιγμένη στις προκαταλήψεις της και σε μια συχνά κακοποιητική αντιμετώπιση των θυμάτων της.

Θέλει ανδρεία να σταθείς μόνος, όχι μόνο απέναντι στο θύτη σου, αλλά και απέναντι σε μία ολόκληρη κοινωνία που είναι έτοιμη να σε ψέξει, να σε αντιμετωπίσει με καχυποψία, με δυσπιστία, να σε κατηγορήσει και να σε ενοχοποιήσει, χωρίς να επιδεικνύει πάντοτε ειλικρινή πρόθεση να σε ακούσει και να σε καταλάβει. Ευτυχώς τώρα, αυτό άρχισε να αλλάζει. Και ευχαριστούμε πολύ όσους συνέβαλαν σε αυτήν την αλλαγή, επώνυμα και μη.

Συγχαρητήρια σε όσους μπόρεσαν να πάνε κόντρα στο φόβο τους και να ξύσουν παλιές πληγές, ακόμα και για εγκλήματα που πλέον έχουν παραγραφεί. Γιατί η δική τους ιστορία, το δικό τους παράδειγμα, τώρα μπορεί να κάνει τη διαφορά και να αποτρέψει/προλάβει ανάλογες εγκληματικές συμπεριφορές στο μέλλον.

Τώρα τα θύματα μπορούν να φέρουν τα τραύματά τους στο φως, να «απελευθερωθούν» από αυτά, να τα «επουλώσουν» και να νιώσουν μια κάποιου είδους κάθαρση. Να ξορκίσουν το φόβο τους και τον φόβο όλων μας, γιατί όλοι μπορούμε να βρεθούμε στη θέση τους. Να δείξουν σε όλον τον κόσμο το κόστος που έχουν τα λόγια και οι πράξεις μας σε μια ανθρώπινη ψυχή, σε ένα ανθρώπινο κορμί και σε μια ανθρώπινη ύπαρξη.

Ας μάθουμε να μιλάμε, να ζητάμε βοήθεια. Να μην αποσιωπώνται τέτοια γεγονότα. Να δίνουμε τον απαιτούμενο χώρο και χρόνο σε κάποιον για να μπορέσει να μιλήσει γι’ αυτό που του συμβαίνει και να λάβει την απαραίτητη βοήθεια και καθοδήγηση. Ας είμαστε περισσότερο Άνθρωποι.

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε το newsletter μας!

Βρείτε μας στα...