Γιώργος Κουντουράς

Αναβλητικότητα: Που οφείλεται και πώς τη διαχειριζόμαστε;

Αναβλητικότητα: Που οφείλεται και πώς τη διαχειριζόμαστε;

Γιώργος Κουντουράς
άνδρας σε παγκάκι αναρωτιέται που οφείλεται η αναβλητικότητα
Image credit: Miguel A. Amutio / unsplash.com

Ο επαναπροσδιορισμός των γνωρισμάτων του εαυτού με στόχο τη δημιουργία μιας αναδιαμορφωμένης ταυτότητας η οποία θα αποτελεί την βάση για την εκδήλωση πιο εύκαμπτων και λειτουργικών συμπεριφορών, είναι μια διαδικασία που διαρκεί σε όλη μας την ζωή και ξεκινά από την στιγμή που θα παραιτηθούμε για πρώτη φορά από την πίστη σε μία αξιολογική κρίση που μάς προσδιόριζε τα προηγούμενα χρόνια.


Πότε δρούμε και πότε… αναβάλλουμε;

Σχεδόν κάθε φορά που καλούμαστε να διεκπεραιώσουμε μια υποχρέωση, να επιτύχουμε έναν στόχο ή να διευθετήσουμε μια προσωπική μας υπόθεση, βιώνουμε θετικά και αρνητικά συναισθήματα που προκαλούνται από τις σκέψεις που κάνουμε.

Για παράδειγμα, όταν ξεκινάω να γράψω ένα άρθρο, σκέπτομαι ότι θα δαπανήσω προσωπικό χρόνο, ότι θα κουραστώ πνευματικά, ότι μπορεί να γράψω κάτι που δεν θα αρέσει στο αναγνωστικό μου κοινό ή ότι δεν θα μπορώ να είμαι 100% συγκεντρωμένος γιατί περνούν από το μυαλό μου άλλα πράγματα.

Από την άλλη μεριά, σκέφτομαι ότι θα ένιωθα καλά σήμερα αν έκανα κάτι παραγωγικό και δημιουργικό, αν στο τέλος της ημέρας μπορούσα να πω ότι αυτό που έχω αναλάβει το έχω τελειώσει ή αν έβλεπα ότι αυτό που έγραψα βοήθησε κάποιους ανθρώπους. Από την εμπειρία μας, διαπιστώνουμε ότι όσες φορές υπερισχύουν τα θετικά συναισθήματα απέναντι σε μια κατάσταση, τότε συνήθως επιλέγουμε να δράσουμε, ενώ όταν υπερτερούν τα αρνητικά, είναι πιο πιθανόν να αναβάλλουμε διάφορες υποχρεώσεις/στόχους/προσωπικές υποθέσεις.

Η καθημερινή αναβλητικότητα

Η παραπάνω περιγραφή φαίνεται απλή, αλλά εξηγεί τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο, γιατί αρκετά συχνά αναβάλλουμε όσα θα έπρεπε να κάνουμε – την αύξηση που τελικά ποτέ δεν ζητάμε από τον εργοδότη μας, το ραντεβού με το ελκυστικό άτομο που τελικά ποτέ δεν κλείνουμε, το τηλεφώνημα στους γονείς μας που τελικά ποτέ δεν κάνουμε ή… το άρθρο που τελικά ποτέ δεν γράφουμε.

Ωστόσο, κάποιες φορές όταν νιώθουμε την πίεση μιας στενής χρονικής προθεσμίας και ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με την πιθανότητα της «αποτυχίας» ή άλλων δυσάρεστων κυρώσεων, σκεπτόμαστε ότι θα ήταν πιο επώδυνο για εμάς το να μην δράσουμε, από το να δράσουμε. Η σκέψη ότι μπορεί να βιώσουμε ακόμα πιο αρνητικά συναισθήματα στο μέλλον εξαιτίας της αδράνειάς μας, φαίνεται ότι μάς κινητοποιεί ακόμα και την τελευταία στιγμή.

Παρόλο που όλοι μας έχουμε βρεθεί κάποια στιγμή σε τέτοιες ή παρόμοιες ασφυκτικές συνθήκες πίεσης και έχουμε καταφέρει να ανταποκριθούμε με επάρκεια, υπάρχουν φορές που συνειδητοποιούμε ότι αναβάλλουμε συνεχώς τα ίδια πράγματα.

Επίσης, κάποιες φορές διαπιστώνουμε ότι η πίεση της τελευταίας στιγμής αντί να μάς κινητοποιεί, μας παραλύει ακόμα παραπάνω με αποτέλεσμα να μειώνεται η αίσθηση της αυτο-αποτέλεσματικότητάς μας, να βγάζουμε αρνητικές κρίσεις για τον εαυτό (π.χ. είσαι τεμπέλης, άχρηστος κτλ.) και να νιώθουμε ακόμα πιο άσχημα. Ποιοι είναι οι παράγοντες στους οποίους οφείλεται όμως αυτή η παγιωμένη αναβλητικότητα; Πως σχετίζεται με την ταυτότητά μας; Και τέλος, τι μπορούμε να κάνουμε για να την διαχειριστούμε;


Διαβάστε σχετικά: Αναβλητικότητα: Μη βάζετε τη ζωή σας στο…hold (στην αναμονή!)


Οι συνηθισμένοι τρόποι διαχείρισης της αναβλητικότητας

Στην καθημερινότητα, υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να «ξεγελάσουμε» τον εγκέφαλό μας ώστε να κάνουμε πράγματα που θεωρούμε ότι δεν έχουμε διάθεση να κάνουμε. Ένας από αυτούς τους τρόπους λοιπόν, είναι να δημιουργήσουμε το λεγόμενο «περιβάλλον του αναπόφευκτου». Με άλλα λόγια, δημιουργούμε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι πιο δύσκολο το να μην κάνουμε κάτι από το να το κάνουμε. Ας πούμε ότι ο στόχος μας είναι να χάσουμε κιλά.

Το να δώσουμε προκαταβολικά χρήματα για κάποιες ώρες προσωπικής εκγύμνασης και για την συνδρομή στο γυμναστήριο για τις επόμενες 10 εβδομάδες δημιουργεί ένα «περιβάλλον του αναπόφευκτου». Το αρνητικό συναίσθημα που σχετίζεται με την σκέψη ότι θα χάσουμε τα λεφτά που έχουμε δώσει αν δεν πάμε στο γυμναστήριο, υπερισχύει του πόνου που φοβόμαστε ότι θα βιώσουμε κατά τη διάρκεια της γυμναστικής.

Μια άλλη μέθοδος που μας βοηθά να ξεκινήσουμε διάφορες καθημερινές δραστηριότητες, έχει να κάνει με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε την δράση σε σχέση με το κίνητρο ή την έμπνευση. Η κλασσική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η δράση είναι το αποτέλεσμα της εσωτερικής κινητοποίησης. Κάποιες φορές μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο όμως – να βρίσκουμε δηλαδή το κίνητρο αφότου έχουμε ασχοληθεί με κάτι, όσο μικρό ή απλό και αν είναι αυτό.

Η αρχή του να «κάνουμε κάτι» (οτιδήποτε και αν είναι αυτό τουλάχιστον για 10 λεπτά) που σχετίζεται έμμεσα ή άμεσα με αυτό που θέλουμε να καταφέρουμε, φαίνεται να μας δίνει συχνά την ώθηση που χρειαζόμαστε για να ολοκληρώσουμε την προσπάθεια. Γι’ αυτό ορισμένες φορές αρκεί να βάλουμε τα ρούχα της γυμναστικής για να πάμε στο γυμναστήριο, ακόμα και όταν δεν έχουμε αρχικά διάθεση.

Στόχοι vs Συνήθειες

Μια άλλη στρατηγική διαχείρισης της καθημερινής αναβλητικότητας που την θεωρώ πιο σημαντική σε σύγκριση με τις δύο προηγούμενες, έχει να κάνει με την ρουτίνα/συνήθειες που δημιουργούμε στην ζωή μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι δίνουμε έμφαση στην επίτευξη στόχων, με αποτέλεσμα να εστιάζουμε στην επάρκεια της δυνατής θέλησης και στην εύρεση «εύκολων λύσεων» που θα μας φέρουν πιο γρήγορα στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Φαίνεται να παραγνωρίζουμε ότι οι στόχοι ακόμα και οι πιο απλοί απαιτούν σημαντικά αποθέματα προσπάθειας και ενέργειας που κάποια στιγμή στερεύουν, γιατί η αυστηρή δέσμευση σε αυτούς αποδεικνύεται τελικά ανέφικτη. Αντί να θέτουμε στόχους λοιπόν, θα ήταν προτιμότερο να δημιουργούμε μικρές και απλές καθημερινές συνήθειες (όσες βαρετές και αν φαντάζουν) οι οποίες βασίζονται στην λογική της επένδυσης και όχι της ανταμοιβής.

Όταν θέτουμε στόχους, λέμε στον εαυτό μας: θα κάνεις αυτό, για να κερδίσεις κάτι άλλο. Όταν δημιουργούμε μια ρουτίνα ή μια συνήθεια, επενδύουμε, μετά από λίγο καιρό, την προσπάθεια που κάνουμε σε κάτι μικρό, σε κάτι μεγαλύτερο και έπειτα σε κάτι ακόμα μεγαλύτερο, χωρίς να έχουμε ένα τελικό σημείο που πρέπει να φτάσουμε.

Η βαθιά ριζωμένη αναβλητικότητα

Ωστόσο, αν και οι παραπάνω στρατηγικές είναι αρκετά βοηθητικές σε πολλές καθημερινές καταστάσεις (π.χ. το να πάμε στο γυμναστήριο, να γράψουμε ένα άρθρο, να συγυρίσουμε το σπίτι μας κτλ.), δεν έχουν εφαρμογή σε καταστάσεις που μπορεί να μας αγχώνουν σημαντικά (π.χ. να κάνουμε αίτηση για μια δουλειά, να δώσουμε τέλος σε μια σχέση, να ολοκληρώσουμε τις σπουδές μας κτλ.). Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση μας εξυπηρετούν μόνο προσωρινά, αφού συνεχίζουμε να αγνοούμε τους βαθύτερους λόγους για τους οποίους βρισκόμαστε στον φαύλο κύκλο της αναβλητικότητας.

Οι αποφάσεις που παίρνουμε για όσα κάνουμε ή δεν κάνουμε στην ζωή μας εξαρτώνται κυρίως από:

  • Τα συναισθήματά μας
  • Την αντίληψη που έχουμε για τον χρόνο
  • Την αντίληψη που έχουμε για την ταυτότητά μας

Η διαχείριση των συναισθημάτων οδηγεί σε δράση

Τα έντονα συναισθήματα τις περισσότερες φορές αλλοιώνουν την αίσθηση της πραγματικότητας στον βαθμό που μια ξεκάθαρα καλή απόφαση, μπορεί να φαίνεται τρομακτική ή καταστροφική. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουμε μάθει να διαχωρίζουμε τις σκέψεις από τα συναισθήματά μας, καθώς και να παρατηρούμε την μεταξύ τους αλληλεπίδραση.

Όταν βλέπουμε λοιπόν το άτομο που μας αρέσει και σκεφτόμαστε ότι θα ήταν καλή ιδέα να του μιλήσουμε, μπορεί να αρχίσουμε να αισθανόμαστε φόβο ή ντροπή και τελικά να αναβάλλουμε τη δράση μας. Αυτά τα συναισθήματα συνήθως προκαλούνται από σκέψεις που ξεπηδούν σχεδόν αυτόματα στο μυαλό και μας λένε ότι δεν έχουμε καμία τύχη, ότι δεν αξίζουμε ή ότι δεν μας προσέξει κανείς.

Η διαχείριση των συναισθημάτων μας είναι μια διαδικασία που επιτυγχάνεται σταδιακά και μάλλον δεν ολοκληρώνεται ποτέ πλήρως κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Η ανάπτυξη της αυτο-παρατήρησης (μέσα από την καταγραφή των σκέψεων και των συναισθημάτων) μάς βοηθά σε πρώτη φάση να διαχωρίσουμε αυτό που αισθανόμαστε και σκεφτόμαστε από τον τρόπο που επιλέγουμε να δράσουμε.

Έπειτα, συνήθως με την βοήθεια ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας, αυτές οι αυτόματες αρνητικές σκέψεις επαναξιολογούνται με σκοπό να τοποθετηθούν σε μία πιο ρεαλιστική βάση. Το άτομο αρχίζει να παρατηρεί ότι η ένταση των αρνητικών συναισθημάτων μπορεί να μειωθεί σε σημείο όπου η επιθυμητή δράση καθίσταται εφικτή.

«Η προκατάληψη του παρόντος»

Στην επιστήμη της Ψυχολογίας, χρησιμοποιούμε έναν όρο που ονομάζεται «προκατάληψη του παρόντος» για να περιγράψουμε την τάση μας να υπερεκτιμάμε την αξία ενός πράγματος στο παρόν (π.χ. ανάγκη για διασκέδαση) και να υποτιμάμε την αξία ενός άλλου πράγματος στο μέλλον (π.χ. χρόνος που απαιτείται για να γράψουμε μια πτυχιακή εργασία).

Με λίγα λόγια, έχουμε την τάση να προτιμάμε κάτι στο παρόν, εις βάρος ενός μελλοντικού οφέλους. Το ενδιαφέρον με την συγκεκριμένη αντίληψη που έχουμε για τον χρόνο είναι ότι εξηγεί όχι μόνο την αναβλητικότητά μας, αλλά και άλλες συμπεριφορές όπως είναι το κάπνισμα, η αποταμίευση χρημάτων και ο τρόπος που επιλέγουμε να σχετιστούμε με τους άλλους.

Όταν η ταυτότητά μας απειλείται…

Αν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ένα κοινό αρνητικό συναίσθημα που εμφανίζεται σταθερά σε κάθε περίπτωση που αναβάλλουμε κάτι, αυτό θα ήταν ο φόβος. Μπορεί να είναι ο φόβος της επιτυχίας ή της αποτυχίας, ο φόβος του να είμαστε ευάλωτοι ή του να πληγώσουμε κάποιον.

Ό,τι και αν φοβόμαστε όμως κάθε φορά που αναβάλλουμε κάτι, νιώθουμε σε κάθε περίπτωση έτσι γιατί βλέπουμε να απειλείται με κάποιον τρόπο η ταυτότητά μας με αποτέλεσμα να εκδηλώνουμε για μεγάλα χρονικά διαστήματα διάφορες συμπεριφορές αποφυγής. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όσο μια κατάσταση απειλεί το πως βλέπουμε και πιστεύουμε ότι είναι ο εαυτός μας (π.χ. έξυπνος, ελκυστικός, αποτυχημένος, επιτυχημένος, τεμπέλης, τέλειος κτλ.), τόσο θα αναβάλλουμε την δράση μας προς αυτή.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ταυτότητά μας μπορεί να απειλείται τόσο από τις θετικές όσο και από τις αρνητικές καταστάσεις της ζωής. Επίσης, διαπιστώνουμε ότι οι σημαντικές καταστάσεις της ζωής, μάς προκαλούν μια συναισθηματική αντίσταση.

Είτε καλούμαστε να βρούμε χρόνο για διάβασμα με σκοπό να βελτιώσουμε τους βαθμούς μας, είτε πρόκειται να φύγουμε από το πατρικό μας σπίτι με σκοπό να έχουμε μια πιο ανεξάρτητη ζωή, είτε αποφασίσουμε να υλοποιήσουμε την επιχειρηματική ιδέα για την οποία μιλούσαμε σε όλους, τείνουμε σχεδόν πάντα στο τέλος να αποφεύγουμε αυτές τις καταστάσεις γιατί θεωρούμε ότι απειλούν το «προσωπικό αφήγημα» που λέμε κάθε φορά στον εαυτό μας αναφορικά με το πόσο επαναστάτες, ικανοί, έξυπνοι και αποδοτικοί είμαστε ή δεν… είμαστε.

Ο ρόλος της θετικής σκέψης και της τελειοθηρίας

Από την καθημερινή προσωπική και επαγγελματική μου εμπειρία, έχω παρατηρήσει ότι όσο σκεφτόμαστε ότι αυτό που πρόκειται να κάνουμε θα είναι τέλειο, καταπληκτικό ή μοναδικά ξεχωριστό, τόσο αναβάλλουμε τη δράση μας προς αυτό. Τις περισσότερες φορές, η τελειοθηρική συμπεριφορά και η θετική αυτο-ομιλία (π.χ. είσαι ο καλύτερος, ο πιο έξυπνος, μπορείς να καταφέρεις οτιδήποτε κτλ.) έχουν αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που αναμένουμε.

Είτε γιατί φοβόμαστε ότι το αποτέλεσμα της δράσης μας δεν θα είναι τόσο καλό όσο προσδοκούμε, είτε γιατί προσκολλόμαστε τόσο πολύ σε κάποια υπερθετικά στοιχεία της ταυτότητάς μας με αποτέλεσμα να αποφεύγουμε τη δράση που θα αύξανε την αβεβαιότητά μας ως προς αυτά τα στοιχεία.

Στις συνεδρίες με τους πελάτες μου, όσο σκέφτομαι ότι κάθε φορά πρέπει να κάνω μια πρωτότυπη και έξυπνη παρατήρηση ή ότι πρέπει να πω κάτι σημαντικό και βαθυστόχαστο που θα βοηθήσει οπωσδήποτε τον άνθρωπο που έχω απέναντί μου, τόσο περιορίζω τον αυθορμητισμό μου, την ενεργητική ακρόαση και παράλληλα καθυστερώ την εξέλιξη της θεραπευτικής σχέσης, προσπαθώντας να προστατέψω την ταυτότητά μου ως «καλός ψυχοθεραπευτής».

Αντίθετα, όσο πιο ελεύθερος και ευέλικτος είμαι απέναντι στη δομή μιας συνεδρίας, τόσο περισσότερο ενισχύω την αυθεντικότητα και το ανοιχτό και αμοιβαίο «σχετίζεσθαι» με το άτομο που κάθεται απέναντί μου με αποτέλεσμα να βλέπω μια εξέλιξη που με γεμίζει χαρά και κουράγιο για την συνέχεια.


Διαβάστε σχετικά: Αναβλητικότητα: Γιατί αύριο και όχι σήμερα;


Μην νιώθεις τόσο… ξεχωριστός και ιδιαίτερος

Ένας από τους τρόπους λοιπόν για να διαχειριστούμε την αναβλητικότητά μας και να μειώσουμε σταδιακά τις συμπεριφορές αποφυγής, είναι να παρατηρήσουμε πιο προσεκτικά και να επαναξιολογήσουμε τις «προσωπικές ιστορίες» που λέμε στον εαυτό μας αναφορικά με το ποιοι είμαστε και το τι μπορούμε να καταφέρουμε στην ζωή.

Ο τρόπος που επιλέγουμε να δούμε τον εαυτό μας – είτε ως ένα αναδυόμενο «αστέρι», είτε ως ένα άγνωστο και παρεξηγημένο ταλέντο, είτε ως ένα «θύμα» ατυχών καταστάσεων ή ως έναν θλιβερά αποτυχημένο άνθρωπο – καθορίζει τον βαθμό της προσκόλλησής μας στην ταυτότητα που έχουμε χτίσει.

Αντ’ αυτού, αν προσπαθούσαμε να αντιληφθούμε τον εαυτό μας με μία πιο ευρεία και συνηθισμένη οπτική που μπορεί να μην μας κάνει να αισθανόμαστε τόσο… ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ίσως να μην μέναμε τελικά πίσω σε όλα όσα θέλουμε να κάνουμε στην ζωή.

Συμπέρασμα

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι που αποδεικνύονται χρήσιμοι όταν αναβάλλουμε καθημερινές δραστηριότητες και οι οποίοι θα μπορούσαν να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής μας και ταυτόχρονα να επηρεάσουν θετικά την ψυχική μας υγεία. Ωστόσο, η αναβλητικότητα που έχει παγιωθεί γύρω από συγκεκριμένες και χρόνιες καταστάσεις, απομακρύνοντάς μας όλο και περισσότερο από την δράση, συνδέεται αρκετά συχνά με τον «ακραίο» τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον πυρηνικό μας εαυτό.

Ο επαναπροσδιορισμός των γνωρισμάτων του εαυτού με στόχο τη δημιουργία μιας αναδιαμορφωμένης ταυτότητας η οποία θα αποτελεί την βάση για την εκδήλωση πιο εύκαμπτων και λειτουργικών συμπεριφορών, είναι μια διαδικασία που διαρκεί σε όλη μας την ζωή και ξεκινά από την στιγμή που θα παραιτηθούμε για πρώτη φορά από την πίστη σε μία αξιολογική κρίση που μάς προσδιόριζε τα προηγούμενα χρόνια.

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook 
Ακολουθήστε μας στο Twitter 

Βρείτε μας στα...